Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


Ο όσιος Ιωάννης, που στο άγιο Βάπτισμα είχε λάβει το όνομα Ηλίας, έμεινε ορφανός και τον μεγάλωσε η γιαγιά του, που για να τον μορφώσει εγκατέλειψε την πρόθεσή της να γίνει μοναχή. Όταν αυτή εκοιμήθη, ανέλαβε τον Ηλία ο θείος του που είχε πολυμελή οικογένεια, μέσα στην οποία δοκίμασε την μιζέρια και την κακομεταχείριση.


Ανήμερα του Πάσχα, κάποτε που οι χωριανοί πήγαν σύμφωνα με το έθιμο στο κοιμητήριο για να τιμήσουν τους νεκρούς τους, εκεί που ο Ηλίας έκλαιγε δίπλα στο φρέσκο ακόμη μνήμα της γιαγιάς του, άκουσε αίφνης μια φωνή ανάμεσα στους ήχους της καμπάνας να του λέει: «Μην κλαις, είμαι μαζί σου. Χριστός ανέστη!»


Το παιδί αναπήδησε τρομαγμένο, ψάχνοντας από που είχε έρθει η φωνή αυτή και είδε να βγαίνει από το ιερό βήμα της εκκλησίας ο αναστημένος Χριστός που του χαμογελούσε.


Αφού τελείωσε λαμπρά τις γυμνασιακές σπουδές του και έπρεπε να διαλέξει σταδιοδρομία, άκουσε μέσα στην προσευχή του μία φωνή να ψιθυρίζει: «Στο μοναστήρι! Στο μοναστήρι!»


Σε ηλικία είκοσι ετών εισήλθε στην περίφημη Μονή του Νεάμτς, όπου διακόνησε αρχικά ως βοηθός φαρμακοποιού και κατόπιν ως βιβλιοθηκάριος. Αφού χειροθετήθηκε ρασοφόρος επιστρέφοντας από την στρατιωτική θητεία του (1936), διπλασίασε τον ζήλο του στην νηστεία και την προσευχή.


Λίγο αργότερα ξεκίνησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους μαζί με δύο άλλους μοναχούς και έλαβε την ευλογία να εγκατασταθεί στην Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ζούσαν Έλληνες και Ρουμάνοι μοναχοί.


Εκεί έμαθε τέλεια τα ελληνικά, έτσι που ήταν σε θέση να μεταφράσει πολλά πνευματικά έργα στα ρουμανικά και συγκεκριμένα τα έργα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κέρδισε εξάλλου τον σεβασμό όλων των Πατέρων για την σιωπή του, την αυστηρότητα στην ασκητική ζωή και την επίδοσή του στην νοερά προσευχή.


Κατά την εξέγερση των αραβικών πληθυσμών κατά των Άγγλων, το μοναστήρι μετατράπηκε σε νοσοκομείο και ο Ιωάννης αναλώθηκε σε τέτοιο βαθμό στην φροντίδα των τραυματιών ώστε αρρώστησε και ο ίδιος. Έλαβε τότε την άδεια να αποσυρθεί στην έρημο για να ξεκουραστεί, αλλά εξαιτίας των στερήσεων και της έλλειψης νερού προσβλήθηκε από δυσεντερία.

✶✶✶
Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Ράιχ, όλοι οι Ρουμάνοι μοναχοί φυλακίσθηκαν από τους Άγγλους και ο όσιος Ιωάννης, που είχε επιλεγεί ως διερμηνέας, παρέμεινε φυλακισμένος περισσότερο καιρό από τους αδελφούς του.


Όταν επί τέλους απελευθερώθηκε, γιατρεύτηκε από την δυσεντερία ασπαζόμενος την κάρα του αγίου Θεοδοσίου και μπόρεσε έτσι να αρχίσει πάλι τις δραστηριότητές του στο μοναστήρι.


Έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και σκεφτόταν πως είχε έλθει πια η ώρα γι’ αυτόν να αφιερωθεί στον ησυχαστικό βίο, όταν τον όρισαν ηγούμενο της ρουμανικής Μονής της Κοιλάδας του Ιορδάνη.


Άσκησε τα καθήκοντά του με σοφία και ταπείνωση (1947-1953) και ενέπνευσε στους υποτακτικούς του τον ζήλο για τους ασκητικούς μόχθους. Οι μέρες του ήσαν όλες αφιερωμένες στην εργασία και στην καθοδήγηση των αδελφών, ενώ περνούσε τις νύκτες του προσευχόμενος στην έρημο.


Το 1953 μπόρεσε επιτέλους να αποσυρθεί στην έρημο κοντά στην Μονή του Χοζεβά και εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά 50 μέτρα πάνω από το φαράγγι στο οποίο, κατά την παράδοση, είχε προσευχηθεί η αγία Άννα, η μητέρα της Παναγίας.


Προσκαρτερώντας για επτά χρόνια στην αδιάλειπτη προσευχή, την οποία διάνθιζε με την μελέτη των αγίων Πατέρων και με την σύνθεση πνευματικών ποιημάτων, υπέμενε με καρτερία την ζέστη και το ψύχος, τις κάθε είδους στερήσεις, τον πόλεμο των δαιμόνων και τις επιθέσεις των Αράβων που ήθελαν να τον βγάλουν από τον τόπο του.


Μιλώντας για την σύνθεση των ποιημάτων του έγραφε σε μία επιστολή: «Οι λέξεις αναβλύζουν από την καρδιά μου όμοιες με τις σπίθες μιας στουρναρόπετρας, τούτο όμως δεν συμβαίνει παρά μόνο όταν ο πυρόλιθος της καρδιάς πλήττεται από τον πόνο ή την χαρά, την θλίψη για τα σφάλματα ή την ευγνωμοσύνη απέναντι στον Θεό… Όταν γράφω μια γραμμή που συγκινεί, νιώθω έναν πόνο στην καρδιά, σάμπως οι στίχοι να ήσαν ψιχία ξεριζωμένα από την καρδιά μου· γι’ αυτόν τον λόγο ρέουν μαζί με δάκρυα».


Κατέβαινε στο μοναστήρι μονάχα για τις μεγάλες γιορτές και δεχόταν μόνο τον μαθητή του στην σπηλιά, που ήταν απρόσιτη όταν ανέβαζε την σκάλα.

Μετά από μία ουράνια οπτασία παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό ευλογώντας τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στις 5 Αυγούστου 1960.


Κατά την νεκρώσιμη Ακολουθία αγριοπούλια εισέβαλαν αίφνης μέσα στην σπηλιά και ήλθαν να καθίσουν πάνω στο σκήνωμα του οσίου, για να ενώσουν τους κρωγμούς τους με τους επικήδειους ύμνους των μοναχών.


Είκοσι χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Ιωαννίκιος είδε σε όνειρο τον όσιο Ιωάννη, που του ζήτησε να προβεί στην εκταφή του σκηνώματός του. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από τον ηγούμενο της μονής, ως αντίθετο στα έθη.


Λίγο αργότερα ήλθαν προσκυνητές που είχαν παλαιότερα εξομολογηθεί στον ασκητή και ζήτησαν να επισκεφτούν την σπηλιά του και να τιμήσουν το σώμα του. Ανοίχθηκε τότε ο τάφος και ανακαλύφθηκε ότι το σώμα του είχε μείνει παντελώς άφθορο, ενώ ανέδιδε λεπτή ευωδία. Μεταφέρθηκε μετά δέους στην Μονή Χοζεβά, όπου τιμάται έκτοτε από τους προσκυνητές.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δωδέκατος, Αύγουστος, σελ. 50. Ίνδικτος, Αθήναι 2009.

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου