Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020


Οἱ Ἅγιοι 45 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας
 
 
Παρεμβολὴ τις εὑρέθη Θεῷ νέα,
Τόλμη παρεμβάλλουσα καὶ πυρὸς μέσον.
Κτεῖνεν ἐρισθενέας δεκάτῃ πῦρ Νικοπολίτας.

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἀντώνιος.

Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ᾖλθαν στὸν δοῦκα καὶ φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σὲ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιὸς τοὺς ἔπεισε νὰ μὴ θυσιάζουν στοὺς θεούς, αὐτοὶ ἀπάντησαν: « Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίδαξε καὶ μᾶς ἔπεισε νὰ μὴ λατρεύουμε θεοὺς ἀνύπαρκτους, καὶ νὰ μὴ προσκυνοῦμε τὰ εἴδωλά τους».
Ὀργισμένος ὁ δοῦκας, διέταξε καὶ τοὺς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρὶς νὰ τοὺς δίδεται καθόλου ψωμὶ καὶ νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τὴ νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξὺ ἄλλων, ἔλεγαν: "Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τὸ βασιλιὰ τῆς δόξας. Διότι σὺ εἶσαι ἡ ἀληθινὴ ζωή, ποὺ θυσιάστηκες γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ ψυχὴ νὰ σὲ ὁμολογήσουμε καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ πεθάνουμε».
Τὸ πρωὶ ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή, τοὺς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καὶ ἐπανῆλθαν στοὺς θεοὺς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μὲ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοὶ ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μὲ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καὶ τοὺς ἔκοψαν χέρια καὶ πόδια, καὶ ἔπειτα τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά. Ἔτσι, ὅλοι μαζὶ ἀξιώθηκαν νὰ πάρουν τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦταν καὶ οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καὶ Λεόντιος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Στρατὸς θεοσύλεκτος, παρεμβολὴ ἱερά, νομίμως ἀθλήσαντες ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, ἐν Πνεύματι ὤφθητε. Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, Τεσσαράκοντα πέντε, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τὴν πολύθεον πλάνην· διὸ ἡμῶν τοὺς ἀγῶνας, πάντες δοξάζομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου. Ὡς εὐσεβείας θεμέλιοι ἄρρηκτοι, οἱ Τεσσαράκοντα πέντε ἠρίστευσαν, ψυχῆς συμφωνίᾳ συνδούμενοι, καὶ ἐν σταδίῳ βοῶντες γηθόμενοι· Χριστὸς τῶν Μαρτύρων ὁ στέφανος.

Μεγαλυνάριον. Συγκεκροτημένοι πανευσεβῶς, ὥσπερ συναυλία, ἧς ὁ Κύριος ὁδηγός, ἐν τῇ Νικοπόλει, ὀφθέντες Ἀθλοφόροι, πρὸς πόλιν οὐρανίαν κατεσκηνώσατε.

Οἱ Ἅγιοι Βιάνωρ καὶ Σιλουανὸς οἱ Μάρτυρες 
 

Eις τον Bιάνορα.
Oυκ ηδυνήθη σην ελείν στερράν φύσιν,
Mάρτυς Bιάνωρ, ουδέ του ξίφους βία.

Eις τον Σιλουανόν.
Ώφθη παταχθείς Σιλουανός τω ξίφει,
Άλλος Σιλωάμ εξιώμενος πάθη.
 
 
Ὁ Βιάνωρ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῆς Πισιδίας καὶ συνελήφθη, ἐπειδὴ ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό, ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Αὐφρατησίας (ἢ Εὐφρατησίας), ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Ἀτζὰρ καὶ βρίσκεται στὴ Συρία.

Ἀφοῦ τὸν κρέμασαν καὶ τὸν ἔδειραν ἀνελέητα μὲ ξύλινα σπαθιά, κατόπιν τὸν ἔκαψαν μὲ σιδερένια πυρακτωμένα σφαιρίδια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσει τὰ δόντια καὶ τ’ αὐτιά του.

Ὁ δὲ Σιλουανός, ποὺ ἦταν ἐκεῖ καὶ ἔβλεπε τὸ μαρτύριο καὶ τὴν ἀνδρεία τοῦ Βιάνορα, πίστεψε καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ μπροστὰ σὲ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἐπὶ τόπου τότε, τοῦ ἔκοψαν τὴ γλῶσσα καὶ κατόπιν τὸ κεφάλι.

Τοῦ δὲ Βιάνορα, ἔβγαλαν τὸ δεξὶ μάτι, ἔγδαραν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς του καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι καὶ οἱ δυὸ ἔλαβαν μαζὶ τὸ στεφάνι τῆς ἀθλήσεως.
 
 

Ὁ Ἅγιος Ἀπολλώνιος ὁ Μάρτυρας ἀπὸ τὶς Σάρδεις 
 
 
Aπολλωνίω σταυρός η τιμωρία,
Eιπείν δ’ αληθώς, Σταυρός η σωτηρία.

Ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ τὶς Σάρδεις.

Καταγγέλθηκε στὸν ἔπαρχο Ἰκονίου, διότι πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἐνεργοῦσε μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν γιὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Περίνιος - ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ ἔπαρχος - μετὰ ἀπὸ μάταιες προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν ἐξαναγκάσει ν’ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, τὸν σταύρωσε.

Τὸ τέλος αὐτό, ποὺ τὴν φρικτὴ ἀγωνία του δοκίμασε καὶ ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἀπολλώνιος ὑπέστη μὲ πολλὴ καρτερία, ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὴ θεία χάρη.
Καὶ ἔτσι κέρδισε τὸ ἐνδοξότατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
 

Οἱ Ἅγιοι Μύριοι (10.000) Ὅσιοι της Νιτρίας
 
 
Έκτεινε εις σπήλαια πυρ τους μυρίους,
Σπήλαιον οικήσαντος οικέτας Λόγου.
 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἀσκητές, κατοικοῦσαν μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ καλύβες τῆς Νιτρίας τῆς Αἰγύπτου, καὶ κύριο ἔργο τους ἦταν ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ζοῦσαν μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχὲς καὶ ἦταν γύρω στὶς 10.000 τὸν ἀριθμό.

Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ὁ πρῶτος ἀπ’ αὐτούς, φιλονικοῦσε μὲ τὸν ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο γιὰ ὁρισμένα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ποὺ ὁ Θεόφιλος ἔφερνε ἀντίρρηση, γι’ αὐτὸ ὁ Ἰσίδωρος, ἔχοντας πίσω του τὴν ὑποστήριξη τῶν πολλῶν μοναχῶν, ἤλεγχε τὸν Θεόφιλο.
Τότε ὁ Θεόφιλος, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν Ἰσίδωρο, ἔστειλε κρυφὰ δικούς του ἀνθρώπους καὶ ἔκαψε ζωντανοὺς μέσα στὶς Σκῆτες, ὅλους τους συγκεκριμένους Πατέρες.
 
Σύναξη πάντων των Βατοπαιδινών Αγίων



Ο μεγαλύτερος πλούτος του πανσέβαστου Αγίου Όρους είναι αναμφισβήτητα το πλήθος των αγίων του. Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (βλέπε 14 Ιουλίου) στον ωραιότατο εγκωμιαστικό του λόγο προς αυτούς αναφέρει: «Άγιον Όρος θέλει να είναι τόπος αγιότητος· τόπος καθαρότητος· τόπος όπου απάτησαν τόσων αγίων πόδες. Τόπος, όστις έχει έζυμωμένα τα χώματα από τα αίματα, από τους ιδρώτας, και από τα δάκρυα εκατοντάδων και χιλιάδων οσίων πατέρων, εν ενί λόγω το Άγιον Όρος είναι τόπος αρετής και αγαθοεργίας».

Ο ωραίος αυτός τόπος απέβη εργαστήρι αρετής, καλλιέργειας, και τελειοποιήσεως πολλών ψυχών. Ορθά ειπώθηκε: «Τους μοναχούς τους κατοικούντας εν αυτώ τρέφουν πνευματικώς όχι τόσον η φυσική διαμόρφωσις και αι λοιπαι φυσικαι καλλοναί, αι οποίαι συμβάλλουν οπωσδήποτε εις την φυχικήν ειρήνην και ανάτασιν, όσον αι ιδιαίτεραι υποσχέσεις και ευλογίαι, αι οποίαι εδόθησαν εις αυτούς από την μητέρα του Θεού, την Κυρίαν Θεοτόκον. Συμφώνως προς τας παραδόσεις, το Άγιον Όρος εδόθη εις αυτήν υπό του υιού της ως κλήρος». Αυτά αναφέρονται σε λόγο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά του και Βατοπαιδινου (βλέπε 14 Νοεμβρίου), για τον όσιο Πέτρο τον Aθωνίτη (βλέπε 12 Ιουνίου) τον 14ο αιώνα μ.Χ. Κατα τον βίο του οσίου Κοσμά του Ζωγραφίτου (βλέπε 22 Σεπτεμβρίου), κατα μία εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όταν επισκέφθηκε ως προσκυνητής την πανηγυρίζουσα μονή Βατοπαιδίου, «είδε μίαν γυναίκα υπηρετούσαν και επιμελουμένην της Εκκλησίας ομοίως και της τραπέζης του Μοναστηρίου· και μη γινώσκων ότι αυτη ήτο η Yπεραγία Θεοτόκος ελυπήθη πολύ, διότι δήθεν οι μοναχοί δέχονται και γυναίκας μέσα εις τα Μοναστήρια, όπερ είναι πράγμα κινδυνώδες. Αφού λοιπόν επέστρεψε πάλιν εις του Ζωγράφου, βλέπων αυτόν ο Ηγούμενος περίλυπον σφόδρα, τον ηρώτησεν την αιτίαν· ο δε όσιος είπεν εις αύτον τα άνωθι· τότε ο Ηγούμενος του λέγει: «Γίνωσκε τέκνον, ότι εκείνη η γυνή, την οποίαν είδες ήτο η Υπεραγία Θεοτόκος, η προστάτις του Μοναστηρίου εκείνου, και παντός του Όρους τούτου».

Ο δε άγιος Μάξιμος ο Γραικός και Βατοπαιδινός (βλέπε 21 Ιανουαρίου), τον 16ο αιώνα μ.Χ., αναφέρει την επίσκεψη της ίδιας της Θεοτόκου στη μονή Βατοπαιδίου: «Η Θεοτόκος τότε μετέβη μετά του Αποστόλου Ιωάννου εις το Άγιον Όρος επί πλοίου, αφού δε πρώτον προσωρμίσθησαν εις όν τόπον νυν εύρηται η μονή Ιβήρων, εκείθεν μετέβησαν πεζή ένθα σήμερον μεν υπάρχει η μονή του Βατοπεδίου…». Οι βίοι των Βατοπαιδινών αγίων χαρακτηρίζονται από την έντονη θεοτοκοφιλία τους, ενώ η μονή χαρακτηρίζεται θεομητροφύλακτος και θεομητροσκέπαστος. Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει άλλη μονή σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο, που να συγκεντρώνει εντός των τειχών της επτά θαυματουργές εικόνες της Θεοτόκου. Δίκαια ο μακαριστός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε (και μάλιστα μετά την εγκατάσταση της συνοδίας του Γέροντα Ιωσήφ): «Έαν το Αγιον Όρος είναι το Περιβόλι της Παναγίας, η μονή Βατοπαιδίου είναι ο θρόνος της»!

Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις για το πότε πρωτοεμφανίσθηκαν μοναχοί στο Άγιον Όρος - πάντως πριν από τον 9ο αιώνα μ.Χ.- καθώς και για την ίδρυση της μονής Βατοπαιδίου. Μία παράδοση, του 16ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει την ίδρυσή της από τον Μέγα Κωνσταντίνο, την καταστροφή της από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη και την επανίδρυση της από τον Μέγα Θεοδόσιο, κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Κατά τη διήγηση αυτή ο υιός του αυτοκράτορος Θεοδοσίου Αρκάδιος διασώθηκε από ναυάγιο και βρέθηκε σε βάτο παρά την μονή· «τη αντιλήφει της Θεομήτορος, ευρεθεις υπό τινας βάτους παρα την Μονήν, εξ ού γεγονότος απεδόθη αύτη η επωνυμία Βατοπαίδιον εκ του βάτος και παιδίον». Στη συνέχεια «από του 4ου έως των αρχών του 10ου αιώνος περίπου, αι παραδόσεις αναφέρουν την ύπαρξιν της Μονής ευημέρου και θαυμαστής ούτως, ώστε προεκάλεσε τους πειρατάς, οι οποίοι και κατέστρεφαν αυτήν». Σε πρόσφατη αρχαιολογική ανασκαφή γύρω από το Καθολικό της μονής βρέθηκαν θεμέλια παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

Τον 10ο αιώνα μ.Χ., αρχίζει η τεκμηριωμένη ιστορία της μονής, όταν οι τρεις ευγενείς άρχοντες Άδριανουπολίτες, Νικόλαος, Αθανάσιος και Αντώνιος, στέλνονται από τον όσιο Αθανάσιο τον Άθωνίτη (βλέπε 5 Ιουλίου), τον κτίτορα της Μεγίστης Λαύρας, ο όποιος διατύπωσε και το τυπικό της, να επανιδρύσουν την κατεστραμένη μονή και να γίνουν οι όσιοι κτίτορές της. Το 985 μ.Χ. υπογράφει ο πρώτος ηγούμενος της μονής Νικόλαος έγγραφό της. Το 1992 μ.Χ. ανοίχθηκε ο τάφος των οσίων κτιτόρων και βρέθηκαν τα τίμια λείψανα τους στο Μεσονυκτικό του Καθολικού της μονής. Σύντομα η άρετή των οσίων κτιτόρων σύναξε πλησίον τους πολλούς μοναχούς, άρκετοι των οποίων διακρίθηκαν στην αρετή και τη σοφία. Οι δέκα αιώνες της συνεχούς ιστορίας της μονής πρόσφεραν πολλές ψυχές ωραιοποιημένες στον ουρανό και όχι λίγες με το φωτοστέφανο της αγιότητος. Είναι μάλιστα γεγονός αδιαμφισβήτητο πώς «σ’ ένα μοναστήρι, όπως το Βατοπαίδι, με τόσο πλούσια ιστορία και πνευματική παράδοση, οι άγιοι που έζησαν και έδρασαν σε αυτό δεν παρουσιάζουν μόνο μία ανάγλυφη εικόνα της ιστορίας του, αλλά και της πνευματικής ταυτότητάς τους».

Οι γνωστοί άγιοι της μονής είναι σήμερα πέραν των 66. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλοι, άγνωστοι σε εμάς και γνωστοί στον Θεό, τα ονόματα των όποίων θα μας αποκαλυφθούν «εν τη εσχάτη ημέρα εκείνη». Η μελέτη των θαυμαστών βίων των αγίων αυτών, που έχουν άμεση η έμμεση σχέση με τη μονή του Βατοπαιδίου, επειδή εκοιμήθησαν σε αυτήν ή διήλθαν για λίγο ή περισσότερο από αυτή, θα μας φανερώσει, εκτός των άλλων πραγμάτων, και το εύρος της πνευματικής της ακτινοβολίας σε όλη τη διάρκεια της υπερχιλιετούς λαμπρής ιστορίας της.

Οι άγιοι της ιερας μονής Βατοπαιδίου την ανέδειξαν κυρίως σε ορθόδοξο προμαχώνα, κάστρο άπαρτο της Ορθοδοξίας, του ασκητισμού, της θεολογίας, της ομολογίας και του μαρτυρίου. Ανεδείχθη πράγματι δια των αγίων της η μεγάλη μονή σε σπουδαίο ησυχαστικό κέντρο, ανθενωτική μάνδρα, ακρόπολη διαφωτισμού, λαμπρό κοινόβιο του αγιότεκνου και αγιόστροφου, πολύτεκνου και καλλίτεκνου Αγίου Όρους. Δεν είναι διόλου μικρής σημασίας ότι οι ιερές μορφές, ως του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας μας και έξοχου υπέρμαχου της ησυχαστικής παραδόσεως, του εξαίσιου θεολόγου των ακτίστων ενεργειών του Θεού και της κατά χάριν θεώσεως του ανθρώπου, του θεοφόρου Γρηγορίου του Παλαμά (βλέπε 14 Νοεμβρίου), μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, και του πολύσοφου ιεραποστόλου αγίου Μαξίμου του Γραικού (βλέπε 21 Ιανουαρίου), του μαρτυρικού φωτιστή των Ρώσων, και τόσων άλλων, ανδρώθηκαν πνευματικά στο εξαίσιο αυτό μοναστήρι. Αξιοσημείωτο επίσης είναι κάτι που επιβεβαιώνει και τα παραπάνω, ότι «αντιπροσωπεία της Μονής είχε μετάσχει στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας παρά το πλευρό του αγίου Μάρκου του Ευγενικού (βλέπε 19 Ιανουαρίου), ο οποίος συνδεόταν στενά με το Βατοπαίδι και επιθυμούσε διακαώς να μονάσει σ’ αυτό».

Είναι γεγονός πως οι άγιοι της μονής μαζί με τα χαριτόβρυτα τίμια λείψανα των αγίων, τις πολλές θαυματουργές εικόνες της Θεοτόκου και την πανακήρατη Τιμία Ζώνη της, είναι ο μεγαλύτερος πλούτος της. Μόνη αυτή η «παραγωγή» της καταξιώνει την ύπαρξή της, αφού μια μονή είναι πρωτίστως εργαστήρι άρετής και χωνευτήρι αγιότητος. Οι άγιοι της μονής, κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή και σε όλη την τουρκοκρατία, έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη της ιστορίας της και φανέρωσαν τον υψηλό βαθμό της πνευματικότητός της. Οι θεσπέσιοι βίοι τους, οι ψυχωφελείς διδαχές και τα μυρίπνοα έργα τους, οι εικόνες και τα χαριτόβρυτα λείψανά τους αποτελούν πηγή εμπνεύσεως, παρακίνηση για μίμηση των μακρών ασκητικών τους άγώνων, επίτευξη θείων στόχων, όχι μόνο της σημερινής, άνθούσης, φιλόθεης αδελφότητος, αλλά και των ευλαβών προσκυνητών και όλων των πιστών, αφού οι άγιοι της Ορθοδοξίας ανήκουν σε όλο το φιλάγιο πλήρωμα της Εκκλησίας και άποτελούν πλούτο και δόξα της.

Η Σύναξη των Βατοπαιδινών αγίων τιμάται πανηγυρικά κατ’ έτος στις 10 Ιουλίου με αγρυπνία.
 
Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης


Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης ήταν γέννημα θρέμμα της Κύπρου. Καταγόνταν από το χωριό Πεντάσχοινον που τώρα δεν υπάρχει, αλλά κείται σε ερείπια νοτίως του χωριού Άγιος Θεόδωρος της επαρχίας Λάρνακος. Εκεί σώζονται επίσης τα ερείπια εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο που πρέπει να ήταν περικαλλής και λαμπρή όταν υπήρχε στις δόξες της.

Στο δάπεδο της εκκλησίας υπήρχαν δυο οπές που οδηγούσαν σε υπόγειο σήραγγα, που έφτανε μέχρι τη θάλασσα και χρησίμευε για διαφυγή σε καιρό κινδύνου. Το δέπεδο της εκκλησίας σήμερα είναι καλυμμένο με τα ερείπια της εκκλησίας.

Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου του Πεντασχοινίτου καταστράφηκε από σεισμό την Κυριακή 24 Απριλίου 1491 μ.Χ. Το αυτό αναφέρει και ο Γερμανός περιηγητής Δούκας της Βαυαρίας Αλέξανδρος. Ο δε Κύπριος ιστορικός Νεοκλής Γ. Κυριαζής αναφέρει ότι το χωριό Πεντάσχοινο εξαφανίστηκε τον δέκατο όγδοόν μ.Χ. αιώνα. Μια τοπική παράδοση υποστηρίζει ότι το Πεντάσχοινο καταστράφηκε από επιδρομές πειρατών.

Ο Άγιος Αθανάσιος σύμφωνα με τον μεσαιωνικό Κύπριο χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά έκανε θαύματα και παρείχε ιάσεις στους ασθενείς. «Και ο Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασκοινίτης απέ το Πεντάσκηνο και βρύει ιάματα». Δεν σώζονται στοιχεία ούτε ακριβείς αποδείξεις αν ο Άγιος ήταν μάρτυρας ή λαϊκός (όπως οι Άγιοι Ανάργυροι) ή δια Χριστόν σαλός ή μοναχός ή ασκητής. Πάντως τοιχογραφίες της μορφής του Αγίου Αθανασίου του Πεντασχοινίτου που υπάρχουν στην Ιερά Μονή Αμασγούς στο Μονάγρι και στο τοιχογραφημένο παρεκκλήσι του Αγίου Σωζομένου στο χωριό Γαλάτα, παριστάνεται σαν διάκονος. Ενώ στο χωριό Άγιος Θεόδωρος Λάρνακος υπάρχει φορητή εικόνα του Αγίου που ζωγραφίστηκε κατά τα μέσα του δέκατου εννάτου μ.Χ. αιώνα περίπου και παριστάνεται ο Άγιος αγένειος βοσκός κρατώντας με το αριστερό του χέρι ποιμενική γκλίτσα και με το δεξί του Σταυρό, όπως ο Άγιος Μάμας και ο Άγιος Σώζων ο Κύπριος. Κατά πάσαν όμως πιθανότητα ο Άγιος Αθανάσιος πρέπει να ήταν όσιος ασκητής της περιοχής διότι και ο Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής ήταν όσιος ασκητής στην περιοχή της Μαραθάσας και πουθενά δεν αναφέρεται στο βίο του ότι ήταν διάκονος και όμως ζωγραφίζεται στις εικόνες σαν διάκονος.

Τον Άγιο Αθανάσιο τον Πεντασχοινίτη, η κοινότητα Αγίου Θεοδώρου, γιορτάζει στην κεντρική εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, στις 10 Ιουλίου όπου γίνεται και η λιτάνευση της Άγιας εικόνας του Αγίου.
 
Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος οι εν Γορτύνη της Νήσου Κρήτης



Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος κατάγονταν από τα Πιτσίδια Πυργιωτίσσης και ήταν τέκνα της ευλογημένης συζυγίας του Χαρίτωνος και της Μαρίας Χαριτάκη. Από τη μικρή τους ηλικία αποκαλύφθηκε η μοναχική τους κλίση με διάφορα θαυμαστά γεγονότα που βίωσαν.

Ο Παρθένιος γεννήθηκε το 1829 μ.Χ. και έλαβε το κοσμικό όνομα Νικόλαος, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 1846 μ.Χ. γεννήθηκε και ο Ευμένιος, κατά κόσμον Εμμανουήλ. Ο Νικόλαος αγαπούσε την ησυχία από μικρός και αποστρεφόταν τα παιχνίδια, ενώ τηρούσε όλες τις καθορισμένες από την Εκκλησία, ημέρες νηστείας. Δεν εντρύφησε στα γράμματα σε αντίθεση με τον μικρό αδελφό του, ο οποίος διδάχθηκε από κάποιον δάσκαλο του χωριού του.

Το 1856 μ.Χ. έφυγε από τη ζωή ο πατέρας τους και τότε άρχιζαν να ετοιμάζονται για να αναχωρήσουν και εκείνοι να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Μέχρι την αναχώρησή τους μεσολάβησαν αρκετά θαύματα• άλλωστε από τη μικρή του ηλικία ο μικρός Νικόλαος, είχε γευθεί την παρουσία και τη χάρη του Κυρίου πολύ έντονα στη ζωή του. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν μικρό παιδί, έπεσε σε ένα βαθύ πηγάδι. Έτρεξαν τότε οι κάτοικοι να τον βγάλουν από εκεί πιστεύοντας ότι θα βγάλουν το παιδί νεκρό. Ο Νικόλας όμως δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα και όλοι θαύμασαν το γεγονός.

Το δεύτερο θαύμα ήταν η πληροφορία που έλαβε από το Θεό ότι το καράβι που επρόκειτο να ταξιδέψει θα βυθιζόταν. Ο ανάδοχός του ήθελε να πάρει μαζί τον Νικόλαο για να τον κάνει ναυτικό. Ο Νικόλας όμως επιθυμούσε τον μονήρη βίο και γι' αυτό βρήκε μία δικαιολογία για να μην ταξιδέψει και εξαφανίστηκε. Το τρίτο και καθοριστικό θαύμα που ώθησε την μητέρα τους να δώσει την ευχή της για να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο ήταν το εξής: Η μητέρα έδωσε εντολή να ανάψουν το φούρνο για να ψήσει τα ψωμιά. Ο Νικόλαος δεν τον άναψε και στο παράπονο της μητέρας του απάντησε: « Για να δεις μάνα πως εμάς τα δυό παιδιά σου ο Θεός θέλει να γίνουμε μοναχοί, να βάλεις τα ψωμιά στο φούρνο χωρίς να τον ανάψουμε, χωρίς φωτιά». Πραγματικά έτσι έγινε και Ώ! του θαύματος τα ψωμιά ψήθηκαν, η μητέρα θαύμασε Δόξασε το Θεό που κατέστησε τα δυό τέκνα της σκεύος εκλογής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινούν λοιπόν το 1858 μ.Χ. για την Οδηγήτρια, όπου μετά από τέσσερα χρόνια δοκιμασίας ο Νικόλαος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Νέστωρ, στις 27 Αυγούστου 1862 μ.Χ. Έπειτα από 7 χρόνια δοκιμασίας, το 1865 μ.Χ. γίνεται μοναχός και ο Εμμανουήλ, λαμβάνοντας το όνομα Μεθόδιος.

Ο Νέστωρ ασκούσε τελεία υπακοή μέσα στο μοναστήρι, λειτουργώντας ως παράδειγμα για τον μικρό αδελφό του Μεθόδιο. Εστάλη αργότερα από τον ηγούμενο της μονής, στον σπηλαιώδη Ναό του Μαρτσάλου. Εκεί ασχολήθηκε με τον Ναό και έχτισε κελιά αλλά και μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού. Ο Νέστωρ χρειαζόταν βοήθεια, γι' αυτό ζήτησε από τον ηγούμενο να δώσει ευλογία να μεταβεί και ο αδελφός του κοντά του.

Τα δυό αδέλφια στο Μάρτσαλο εφάρμοζαν αυστηρό πρόγραμμα ασκήσεως αλλά για λίγο καιρό έζησαν μέσα στην ησυχία, διότι σύντομα μαθεύτηκε η αρετή τους και τα πλήθη συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή τους. Λίγο αργότερα κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 μ.Χ. και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δυό αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο Γεράσιμο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς. Ο ηγούμενος πήγε στο Μάρτσαλο και τους έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος. Οι δυό αδελφοί αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους, ευαρεστώντας τον Κύριο. Ο Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα και τρίχινο ράσο ακόμη και τους θερινούς μήνες. Το 1868 μ.Χ. ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτονεί σε Διάκονο τον Ευμένιο στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας και το 1870 μ.Χ. ο Επίσκοπος Αρκαδίας τον χειροτονεί Πρεσβύτερο. Δίπλα του πάντα ο μοναχός Παρθένιος ο Αββάς του, το στήριγμα της ζωής του.

Ύστερα από λίγο διάστημα, ανέλαβε ηγούμενος της μονής ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ο οποίος όμως δεν έβλεπε θετικά την προσέλευση του κόσμου στο Μάρτσαλο και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στα δυό αδέλφια τα οποία έπειτα από πλείστους ονειδισμούς αποχώρησαν από το μοναστήρι το 1874 μ.Χ. και βρέθηκαν έπειτα από τετραετή περιπλάνηση στα σπήλαια των Αστερουσιών στον Κουδουμά.

Στις σπηλιές των Αστερουσίων ορέων στις οποίες περιπλανήθηκαν, δέχονταν ελεημοσύνη από βοσκούς της περιοχής αλλά και από τους ψαράδες. Στην περιοχή μάλιστα του αγίου Ιωάννου βρήκαν τον γέροντα Γεράσιμο, ο οποίος ασκήτευε εκεί. Επειδή όμως από την προσέλευση των μαθητών του Γερασίμου, δεν υπήρχε ησυχία, γι' αυτό το λόγο αποχώρησαν και από εκεί. Βρέθηκαν στο μεγάλο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου, όπου υπήρχε πόσιμο νερό σε στέρνες φτιαγμένες από παλαιότερους αναχωρητές. Η παραμονή τους ήταν μικρή εκεί λόγω της μεγάλης υγρασίας του σπηλαίου. Κατόπιν προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή του Κουδουμά Εκεί σε απόκρημνο σπήλαιο μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων με μεγαλύτερο ζήλο ζητούσαν το έλεος του Θεού. Σε μικρή απόσταση από εκεί η Παναγία μας τους επιφύλασσε μία μεγάλη ευλογία.

Στον τόπο του Κουδουμά υπήρχε από αιώνες το εγκαταλειμμένο Μοναστήρι της. Ασκητές και ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης είχαν εκεί προσφέρει τη ζωή τους ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον στην αγάπη του Θεού.

Η επιθυμία των δυό αδελφών ήταν μεγάλη, να γίνει το παλιό ερημικό μοναστήρι, μία νέα παλαίστρα πνευματικών αγώνων.

Ο τόπος ήταν άγριος, ακατοίκητος και το κτίσιμο ενός μοναστηριού φάνταζε αδύνατο, μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «..μεῖνε ἐδῶ νὰ ἱδρύσεις Μονύδριον νὰ ἐκτελεῖτε τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας καθήκοντα καὶ τὴν τάξιν τῆς ἀκολουθίας σώαν καὶ μὴ φοβοῦ διότι Ἐγὼ θὰ εἶμαι οἰκονόμος». Έτσι με την προτροπή της Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.

Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ο Όσιος Ευμένιος αναφέρει στον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο στις 08/10/1915 μ.Χ. λέγοντας «...ἱδρύσαμε ἐκ βάθρων τὴν Μονὴν, μὴ ἔχων τότε εἰμὴ ὀλίγον τεῖχος παλαιὸν ἐν τὴ ἐκκλησία...». Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας εξυπηρετούμενοι σ' αυτόν στις Ακολουθίες και στις καθημερινές θείες Λειτουργίες τους και διαμένοντες οι ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως του Ναού. Τα δυό αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά τελικά ο κόσμος στην περιοχή υποστήριξε με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται οι Πατέρες και οι εργάτες της Μονής.

Αργότερα με την προσέλευση μοναχών μεγάλωσαν το Ναό της Παναγίας ο οποίος χτίστηκε με θαυμαστό τρόπο. Το κτίσιμο Ναού στον έρημο τόπο του Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί τα πετρώματα ήταν ακατάλληλα αλλά και η επεξεργασία τους, το πελέκημά τους από τους μάστορες, με τα εργαλεία της εποχής, καταστούσαν ακόμη πιο αδύνατη την υλοποίηση του ευλογημένου έργου τους. Για το λόγο αυτό οι κτίστες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη μονή χωρίς να τελειώσουν το έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τους παρακάλεσαν να μείνουν για μία νύχτα ακόμη. Εκείνη τη νύχτα οι Πατέρες αφιερώθηκαν με θερμή προσευχή στην Παναγία και Εκείνη με τις Πρεσβείες της στον Κύριο έκανε το θαύμα! Το πρωί είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες για το κτίσιμο του ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 μ.Χ. Ο Ναός λέγεται και Θεόκτιστος εξ αιτίας αυτού του θαύματος. Οι Όσιοι Πατέρες επιδοθήκαν σε μεγάλα ασκητικά παλαίσματα• δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν και αυτές πάνω σε ένα χορταρένιο ψαθί και σε ένα πέτρινο προσκέφαλο, τα σώματά τους ήταν σκελετωμένα από την νηστεία, την αγρυπνία την άσκηση και την πολύμοχθη εργασία για την κατασκευή της Μονής. Δεν έτρωγαν ποτέ κρέας και είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, το οποίο έπλεναν μια φορά το χρόνο στην θάλασσα και μόνο οι ίδιοι.

Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αυστηρός με τον κανονισμό της μοναχικής ζωής και γι' αυτό έκανε άβατο το μοναστήρι του. Ακόμη και οι δόκιμοι έμεναν εκτός μονής και μάλιστα στα γύρω σπήλαια. Ο όσιος παιδαγωγούσε πολύ αυστηρά αλλά πάντα με γνώμονα την αγάπη και την πνευματική τελείωση των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Το χάρισμα και οι διδαχές του οσίου Παρθενίου ασκούσαν μεγάλη πνευματική επιρροή και σύντομα ο Κουδουμάς ανεδείχθη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο.

Ο Πνευματικός της Μονής ήταν ο Ευμένιος που χειροθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ο Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση της πνευματικής πατρότητας και τηρώντας τους ιερούς κανόνες ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τις σοφές και πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδηγώντας ταις στη σωτηρία και την λύτρωση που μας χάρισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ο όσιος Ευμένιος, ως καλός παιδαγωγός των ψυχών, προετοίμαζε και πολλούς νέους που κατέφευγαν κάτω από τις πνευματικές του συμβουλές για το μέγα Λειτούργημα της Ιερωσύνης γι' αυτό και απαιτούσε από τους κληρικούς του δυο προϋποθέσεις: να έχουν φόβο Θεού και καθαρότητα. Όταν επρόκειτο μάλιστα να δώσει συμμαρτυρία για κάποιον, πρώτα νήστευε, αγρυπνούσε και προσευχόταν για τρία μερόνυχτα. Έπειτα έβαζε τον μέλλοντα κληρικό μπροστά από την εικόνα του Χριστού και τον καλούσε να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του για να εισέλθει καθαρός στην Ιερωσύνη.

Οι Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από το Θεό που τα πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την αγιότητά τους, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μοναχοί και οι δόκιμοί τους είχαν δει να λάμπουν από φως, να μην περπατούν στη γη, να περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο που φώτιζε όλη την πλαγιά των γύρω σπηλαίων της Μονής. Ήταν πράγματι εκείνοι οι πνευματέμορφοι άνθρωποι που και μόνο η θέα τους, αρκούσε για να μιλήσει και να πλημυρίσει χαρά και αγαλλίαση την καρδία κάθε προσκυνητή. Όταν όμως μία ζωή είναι δοσμένη στο Θεό απόλυτα τότε και το τέλος της είναι θαυμαστό και οσιακό. Το έτος 1905 μ.Χ. ο μοναχός Παρθένιος ασθένησε βαριά• ο οργανισμός του ήταν ήδη βεβαρυμμένος από την αυστηρή άσκηση. Αρκετά χρόνια είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από προβλήματα του στομάχου. Οι Πατέρες της Μονής ειδοποίησαν τον ιατρό Αλέξανδρο Παπαχατζάκη, ο οποίος του έδωσε φαρμακευτική αγωγή αλλά του συνέστησε να λάβει δυναμωτικές τροφές και κυρίως κρέας. Εκείνος αρνήθηκε και δεν δέχθηκε ούτε να μεταφερθεί σε κανονικό κρεβάτι αλλά προτίμησε να κοιμάται σε ψάθα, όπως όλα τα χρόνια.

Κάλεσε όλους τους μοναχούς και ασκητές καθώς και τους δόκιμους και τους νουθέτησε μετά δακρύων. Τους είπε να μείνουν πιστοί στην Παράδοση, στο παράδειγμα που τους έδωσε και όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Ευμένιο. Σε εκείνον έδωσε μάλιστα και το σακουλάκι με το φυλαχτό του. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία, ως εφόδιο ζωής αιωνίου και τότε το πρόσωπό του έλαμψε, ακούστηκαν ουράνιες μελωδίες και μία ευωδία απλώθηκε σε όλη την πλαγιά και του ενεμφανίσθη η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία ήρθε να παραλάβει την αγιασμένη ψυχή του πιστού και αφοσιωμένο τέκνου της. Ο Όσιος της παρέδωσε την μακαρία του ψυχή ψελλίζοντας τα χείλι του τα τελευταία λόγια: «Καλῶς ὅρισες, Παναγία μου». Ο Όσιος αναχώρησε για την αιώνιο ζωή, προς αιώνια συνάντηση του Κυρίου μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου, τους οποίους υπηρέτησε πίστα σε όλη την πορεία της ζωής του. Μετά από δυο χρόνια η Εκκλησία έλαβε πληροφορία για την αγιότητά του και το έτος 1907 μ.Χ., μετά από αγρυπνία και παρουσίᾳ του Επισκόπου Αρκαδίας Βασιλείου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ναό της Παναγίας.

Ο όσιος Ευμένιος όλα τα χρόνια της ζωής του ήταν ο απόλυτα υπάκουος, ο υποτακτικός εκείνος που παραμέρισε ακόμα και το γεγονός της συγγενείας με τον αδελφό του όσιο Παρθένιο, ήταν ο άνθρωπος της νοεράς προσευχής, αυτός που με την ευπρέπεια της Ιερωσύνης του ιερούργησε την ακοίμητη Ευχαριστία της Εκκλησίας εν πομπή, μετ' αγγέλων και αρχαγγέλων που τον συνόδευαν στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο.

Πολεμήθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ, μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Παρθενίου, από αδελφούς της μονής και όχι μόνο. Είναι πολύ σπουδαία η προσφορά του, όχι μόνο με τη στάση του μέσα στο μοναστήρι αλλά και με τον κανονισμό που θέλησε να θεσπίσει. Μέχρι τότε η μονή δεν είχε κανονισμό• πορευόταν με όσα είχε θεσπίσει ο όσιος Παρθένιος. Ο κανονισμός αφορούσε την διοίκηση της Μονής, τη σχέση των αδελφών μεταξύ τους αλλά και θέματα της καθημερινής διαβίωσης στη Μονή. Ο Όσιος Ευμένιος είναι εκείνος που με την συχνή επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με το πνευματικό τεκνό του Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειό μας διασώζει όλη την πορεία της ιδρύσεως και λειτουργιάς της Ι. Μονής Κουδουμά και την έντονη και θαυμαστή παρουσία του Θεού και της Παναγίας στην πορεία τους αυτή. Κουρασμένος από την πολύ άσκηση, την εξομολόγηση και την διοίκηση της Μονής και μέσα στην αγαπημένη του υπακοή και ταπείνωση εκοιμήθη στις 12 Σεπτεμβρίου του 1920 μ.Χ.. Πήγε προς συνάντηση του αδελφού και γέροντά του, Όσιο Παρθένιο, στον ουρανό και εκεί «εὗρε μισθὸ τῶν καμάτων του» από το Χριστό αλλά και την Παναγία την οποία πιστά την υπηρέτησε και δόξασε. Οι δύο γέροντες επεβλήθησαν στη συνείδηση των πιστών ως άγιοι της Εκκλησίας μας. Τα εγκαίνια του πρώτου Ναού προς τιμήν των αγίων έγιναν στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο στις 10 Ιουλίου 1983 μ.Χ., οπότε και καθιερώθηκε ως ημέρα της μνήμης τους.

Το έτος 2007 μ.Χ. έγινε η επίσημη κατάταξη των Οσίων Πατέρων Παρθενίου και Ευμενίου υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατόπιν εισηγήσεως, διά της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ.κ. Μακαρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Κουδουμᾶ τοῦ σεμνείου τούς νέους κτίτορας, τούς αὐταδέλφους ὁσίους ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς ἐγκρατείας καί εὐχῆς βολαῖς ἐκλάμψαντας, θεῖον Εὐμένιον ᾠδαῖς καί Παρθένιον σοφόν, τιμῶντες ἀξιοχρέως ὑπέρ ὑμῶν τάς ἐντεύξεις πρός τόν Χριστόν αὐτῶν αἰτούμεθα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἐν σπηλαίοις οἰκήσας ἀνεζωγράφησας ὁσίων ἄρτι τῶν πάλαι τάς ἀρετάς, ἀσκητά, Κουδουμᾶ μονῆς δομῆτορ ἱερώτατε ὅθεν εἰς ὕψος ἀνελθών θεωρίας μυστικῆς, Παρθένιε, χάριν εὗρες ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύειν τῶν προστρεχόντων τῇ σῇ χάριτι.

Μεγαλυνάριον
Πρέσβευε, Παρθένιε, τῷ Χριστῷ σύν τῷ Εὐμενίῳ αὐταδέλφῳ σου τῷ σεπτῷ ἄφεσιν πταισμάτων ἡμῖν ἀεί διδόναι τοῖς σπεύδουσι σῇ θείᾳ σκέπῃ ἑκάστοτε.

Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἧχος γ΄.
Τά σπήλαια καί τάς ὀπάς τῶν Ἀστερουσίων ὀρέων ἐπιλέξαντες ὡς τῶν ἀσκητικῶν ὑμῶν καμάτων κονίστραν τῆς Θεοτόκου σεμνεῖον ἐν Κουδουμᾷ ἐδομήσατε καί τήν ἔρημον ἐπολίσατε, παναοίδιμοι∙ καί νῦν, Παρθένιε καί Εὐμένιε, εἰς τάς μονάς τάς ἐπουρανίους μετατεθέντες μή παύσησθε πρεσβεύοντες τῷ εὐϊλάτῳ Κυρίῳ εἰρήνην καταπέμψαι πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ καί ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος.
 
Οσία Αμαλία
 
 
Η Οσία Αμαλία (στη φλαμανδική γλώσσα Αμαλβέργη), έζησε κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα στο τότε ορθόδοξο Βέλγιο, στην επαρχία της Βραβάνδης, της οποίας πρωτεύουσα σήμερα είναι οι Βρυξέλλες. Ήταν αδελφή (ή σύμφωνα με άλλους ανεψιά) του Αγίου Πιπίνου Δούκα της Βραβάνδης, κόμη του Λάντεν και κύριου αυλικού των Φράγκων βασιλέων της δυναστείας των Καρολιδών. Παντρεύτηκε τον κόμη Βιτγέρον και ανεδείχθη μητέρα των αγίων Εμβέρτου επισκόπου Καμπραί, Γουδούλης Οσίας, Ραϊνέλδης οσιομάρτυρος και Φαραΐλδης Οσίας.

Μετά από ενάρετο βίο στον κόσμο, διακρινόμενο για τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας, έγινε μοναχή σε μεγάλη ηλικία στη Μονή του Μομπέζ, του τάγματος των Βενεδικτίνων, όπου εκοιμήθη οσιακώς το έτος 690 μ.Χ.

Στην εικονογραφία εικονίζεται ως γηραιά μοναχή ενώπιον μονής.


Ἀπολυτίκιον
Αμαλίαν οσίαν δεύτε τιμήσωμεν ότι δόξα ανθρώπων καταφρονήσαντα και τον νυμφίο της Χριστό ακολουθήσασα μοναζουσών καλλονή ανεδείχθης ηρωΐς ασκήσεως και αγώνων, διό μη παύσεις πρευβεύων ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

 

Σύναξις Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν τοὶς Βιάτου ἢ Βεώτου 

O βροντής γόνος αύθις ήχησε μέγα.
Eν τοις Bιάτου τον αυτού δόμον στήσας. 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Ἄσσου ἐν Γέρᾳ Λέσβου
 
 
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για το γεγονός.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τούς ἄθλους τῶν Ἁγίων θερμῶς ἐπιζηλώσας, ἐδείχθης ἐν τῶ κόσμω ἰσάγγελος τόν βίον, ἐτίμησας ἥν εἴληφας ἀρχήν, τό τάλαντον αὐξήσας τοῦ Χριστοῦ καί ὁσίως διαπρέψας ταῖς ἀρεταῖς σου πάντας κατεφώτισας. Δόξα τῶ ὅν ἠγάπησας πολύ, δόξα τῶ σέ θαυμαστώσαντι, δόξα τῶ ὧ παρίστασαι Χριστῶ, Πάτερ Γρηγόριε.

Ὁ Ἅγιος Τιθόης ὁ Μάρτυρας
 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.
 
Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ρῶσος ὁ Ἐσφιγμενίτης
 
 
 
Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Ρωμανοῦ Ἀργυρόπουλου καὶ Βλαδιμήρου τοῦ εὐσεβοῦς ἄρχοντα τῆς Ρωσίας.

Ὁ Ἀντώνιος τὸ 1012 ᾖλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Ἐσφιγμένου. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὴ Ρωσία καὶ ἔγινε πατέρας τοῦ Μοναστικοῦ Τάγματος τῶν Ρώσων.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Σιατοπόλκος κήρυξε διωγμὸ κατὰ τῶν μοναχῶν, ὁ Ἀντώνιος ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, κοντὰ στὸν Γέροντά του Θεόκτιστο.
Ὅταν ὅμως ἐπανῆλθε ἡ τάξη στὴ Ρωσία μὲ τὸν Ἰαροσλάβο, ὁ Ἀντώνιος ἐπέστρεψε στὴ Ρωσία, ὅπου ἔκανε πολλοὺς μοναχοὺς καὶ ἔκτισε τὴ θαυμαστὴ Μονὴ Πετσέρσκβοϊ, στὴν ὁποία ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 90 χρονῶν. 
 
Άγιος Γεώργιος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο Γλυκύς


Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γεώργιος αναφέρεται στο Συνοδικό της Θεσσαλονίκης και μνημονεύεται στην 29η θέση. Το Συνοδικό αυτό είναι σημαντικό κείμενο και δέχθηκε μάλιστα κατά καιρούς εκκαθαρίσεις από πρόσωπα που είχαν αποκλίνει από τη δογματική ακρίβεια. Η τοποθέτηση του ονόματος του αρχιεπισκόπου Γεωργίου στο Συνοδικό προσδιορίζει ως χρόνο αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη την τρίτη δεκαετία τού 11ου αιώνα μ.Χ.

Η εικονογράφηση του Γεωργίου στο ιερό βήμα της μονης Βατοπαιδίου είναι μάλλον μοναδική. Εικονίζεται σε στηθάριο στον χώρο της προθέσεως, στον βόρειο τοίχο, επάνω από το παράθυρο του νιπτήρα, ως επίσκοπος με ανοιχτόχρωμο φελόνιο και ωμοφόριο, αγένειος, με το δεξί του χέρι να ευλογεί και το αριστερό να βαστά κλειστό ευαγγέλιο. Έχει και την επιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Το ωραιότατο Καθολικό της μονης Βατοπαιδίου κτίσθηκε τον 10ο αιώνα μ.Χ. και αγιογραφήθηκε περίτεχνα το 1312 μ.Χ. από Θεσσαλονικείς αγιογράφους, που πλησιάζουν την τέχνη του Πανσέληνου στον πάνσεπτο ιερό ναό του Πρωτάτου στις Καρυές Αγίου Όρους. Μολονότι πολλές τοιχογραφίες του Καθολικού είναι επιζωγραφισμένες, η παράσταση του αγίου Γεωργίου μετά και τον πρόσφατο επιμελή καθαρισμό παραμένει άθικτη.

Παράδοση της ιεράς μονής Βατοπαιδίου αναφέρει ότι ο άγιος Γεώργιος προερχόταν από Κελλί έξω της μονής, που αιτιολογεί και την εικονογράφηση του στο Καθολικό της μονής. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που του αποδίδονται, όπως ήταν αγένειος, φαίνεται ότι διατηρούνταν ως παράδοση και δύο αιώνες αργότερα, κατά την τοιχογράφισή του με άλλους αγίους της αγιότεκνης Θεσσαλονίκης.

Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Συντιμάται μετά τών Βατοπαιδινών Αγίων στις 10 Ιουλίου. Επίσης συνεορτάζει στην Σύναξη όλων των αγίων της Θεσσαλονίκης, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο την Γ΄Ματθαίου (Κυριακή).

 
«Πᾶνος»  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου