Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
 
Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας τὴν ἀδιάκοπη ἐδῶ καὶ εἴκοσι αἰῶνες μοναδικὴ πολιτεία, τὴν ὁποία, λάμπρυναν, σὲ ὅλες τίς ἐποχές, μεγάλες ἀσκητικὲς μορφές. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ, ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους ἐκπροσώπους τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Ἑλλάδα τὰ νεώτερα χρόνια.
 
Γεννήθηκε τὸ 1500 στὸ χωριὸ Σκλάταινα Μουζακίου Καρδίτσας, τὴ σημερινὴ Δρακότρυπα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Νικόλαος καὶ ἡ Θεοδώρα πτωχοί, ἀλλὰ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι. Σὲ αὐτοὺς χρωστοῦσε ὁ Διονύσιος τὴν δική του εὐσέβεια. Ἔβλεπαν στὴν κούνια του ἕναν φωτεινὸ σταυρό, ἐκτιμῶντας ὅτι ὁ Θεὸς τὸν προόριζε γιὰ μεγάλες τιμὲς καὶ προκοπή.
 
Μὲ τὰ πενιχρὰ μέσα ποὺ διέθεταν, φρόντισαν νὰ τὸν σπουδάσουν, δείχνοντας μεγάλη ἔφεση γιὰ τὰ γράμματα. Τοῦ ἄρεσε νὰ μελετᾷ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἄλλα πνευματικὰ βιβλία. Εἶχε ἐπίσης ἔφεση καὶ γιὰ τὴν καλλιγραφία, θέλοντας νὰ ἀντιγράψει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὠφελεῖται ὁ ἴδιος καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι.
 
Οἱ γονεῖς του πέθαναν ὅταν ἀκόμη ἦταν ἔφηβος καὶ ἔτσι ἀναγκάστηκε νὰ ἐργάζεται ὡς δάσκαλος τῶν παιδιῶν τοῦ χωριοῦ του. Παράλληλα μὲ τὰ μαθήματα, τοὺς δίδασκε καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅμως γρήγορα πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ γίνει μοναχός. Ἀφορμὴ στάθηκε ἡ περιοδεία στὸ χωριό του κάποιος μοναχός, ὀνόματι Ἄνθιμος, ἀπὸ τὰ Μετέωρα. Ἀπὸ συζήτηση ποὺ εἶχε μαζί του, πείστηκε καὶ τὸν ἀκολούθησε. Ἐκεῖ στὰ Μετέωρα ὑποτάχτηκε, ὡς δόκιμος, σὲ κάποιο ἐνάρετο μοναχὸ Σάββα ὀνομαζόμενο, ὁ ὁποῖος τὸν μύησε στὸν ὀρθόδοξο μοναχισμό. Αὐτὸς τὸν ὑπηρετοῦσε μὲ ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση, δείχνοντας σημάδια πνευματικῆς ὡριμότητας.
 
Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἀποφάσισε νὰ πάει στὸ Ἅγιο Ὄρος μὲ σκοπὸ νὰ συναντήσει ἁγίους Γέροντες καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Βρῆκε ἕναν ἅγιο ξακουστὸ γέροντα, τὸν ἐνάρετο μοναχὸ Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος τὸν δέχτηκε γιὰ ὑποταχτικό του καὶ ἐκτιμῶντας τον, τοῦ ἔκαμε τὴ μοναχικὴ κουρά, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Διονύσιος. Λίγο μετὰ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Οἱ πάντες τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν θαύμαζαν γιὰ τὴν πνευματική του προκοπή.
 
Ἀργότερα ὁ Διονύσιος ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντά του νὰ καταφύγει στὸ πιὸ ἐρημικὸ μέρος τοῦ Ἄθωνα γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία. Ἔτσι κατέφυγε στὴ Σκήτη  Καρακάλλου, ὅπου ἐγκαταβίωσε σὲ ἕνα δύσβατο μέρος, κτίζοντας ἕνα μικρὸ κελλὶ καὶ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐκεῖ διῆγε μὲ προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, ἄφθονα δάκρυα καὶ ἀνελλιπῆ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἔτρωγε μόνο μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα, μετὰ τὴν θ΄ ὥρα (3 μ.μ.). Ἦταν ἀπόλυτα ἀκτήμων, μάλιστα δὲν κλείδωνε ποτὲ τὸ κελλί του, διότι δὲν ὑπῆρξε τίποτε τὸ σημαντικὸ νὰ τοῦ κλέψει κανείς.
 
Ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀπόμερο ἀσκητήριο τρία χρόνια. Κατόπιν τοῦ γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νὰ μεταβεῖ στοὺς Ἁγίους Τόπους γιὰ νὰ προσκυνήσει τὰ Ἱερὰ Προσκυνήματα. Ὄντως τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς καὶ πραγματοποίησε τὴν ἐπιθυμία του, ἀποκομίζοντας μεγάλη ὠφέλεια ἀπὸ αὐτὸ τὸ προσκύνημα. Γύρισε ξανὰ στὸ κελλί του καὶ ἔμεινε ἄλλα δέκα χρόνια, ἐντείνοντας τὸν πνευματικό του ἀγῶνα καὶ βιώνοντας σπάνιες πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ θαύματα.
 
Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ Ἅγιο Ὄρος. Τοῦ προτάθηκε νὰ γίνει ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου (βουλγαρικὴ τότε). Παρὰ τίς ἀντιρρήσεις του, δέχτηκε καὶ ἀνάλαβε μεγάλη προσπάθεια γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς σχεδὸν ἐρειπωμένης Μονῆς. Ταξίδεψε ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη νὰ βρεῖ χορηγούς. Ἐκεῖ κατόρθωσε καὶ συγκέντρωσε ἀρκετὰ χρήματα. Τὸν ἀκολούθησαν καὶ ἀρκετοὶ νέοι. Στὴν προσπάθειά του νὰ μεταβάλλει τὴ Μονὴ ἑλληνική, βρῆκε μεγάλη ἀντίδραση ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ κατασυκοφαντήθηκε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγει.
 
Στὰ 1524 ἀποχαιρέτησε τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς καὶ ἀναχώρησε γιὰ μιὰ Σκήτη στὴ Βέροια. Ἔκτισε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀρχίζοντας μιὰ νέα περίοδο πνευματικοῦ ἀγῶνα. Ἡ φήμη του διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν γύρω περιοχή. Χιλιάδες ἄνθρωποι ἔτρεχαν κοντά του νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του καὶ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Ὅταν χήρεψε ἡ ἐπισκοπὴ Βεροίας, τοῦ προτάθηκε νὰ πάρει τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου, ὅμως ἐκεῖνος ἀρνήθηκε κατηγορηματικά.
 
Μετὰ ἀπὸ καιρό, θέλοντας νὰ ζήσει σὲ ἡσυχία ἔφυγε γιὰ τὸν Ὄλυμπο, κοντὰ στὸ ἔρημο μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπου ἐγκαταστάθηκε σὲ παρακείμενο σπήλαιο. Ὅταν ἐμφανίστηκε κάποιος μοναχός, ἄφησε τὴ σπηλιὰ καὶ ἐγκαταστάθηκε μὲ τὸν ἀδελφὸ στὴ Μονή, ἀρχίζοντας τὴν ἀνοικοδόμηση.  Συνάντησε ὅμως τὴν ἰσχυρὴ ἀντίδραση τοῦ τοπικοῦ ἄρχοντα. Ὁ τοῦρκος δικαστὴς τῆς Λάρισας διέταξε καὶ τοὺς ἔφεραν δεμένους στὴν θεσσαλικὴ πρωτεύουσα, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἀνακαίνιζαν τὴ Μονὴ χωρὶς ἄδεια. Πραγματικοὶ ὑποκινητὲς ἦταν κάτοικοι τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονταν τὴν περιουσία τῆς Μονῆς. Ἐξορίστηκαν στὸ Πήλιο, κοντὰ στὴ Ζαγορά, ὅπου  οἰκοδόμησαν τὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας Σουρβίας. Ὅμως τότε συνέβῃ τὸ ἀπροσδόκητο: ἔπεσε μεγάλη ξηρασία στὴν περιοχή. Οἱ κάτοικοι ἀπέδωσαν τὴ θεομηνία στὴν ἄδικη δίωξη τῶν δύο μοναχῶν. Μιὰ ἐπιτροπὴ πῆγε στὸ Πήλιο, παρακαλῶντας τὸν Διονύσιο νά τοὺς συγχωρήσει καὶ νὰ πάψει ἡ φονικὴ ξηρασία. Εἶχαν μαζί τους ἔγγραφο τοῦ τοπικοῦ ἄρχοντα, μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερὰ Μονή. Ὁ Διονύσιος τοὺς συγχώρεσε, ἔπαψε ἡ ξηρασία καὶ ἐκεῖνος γύρισε ξανά, μὲ τὸν ἄλλο μοναχό, στὴν Μονή, ὅπου συνέχισε τὸ ἔργο τῆς ἀνοικοδόμησης καὶ τῆς πνευματικῆς ἐξύψωσης τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς. Δύο φορές τὸ χρόνο, (20 Ἰουλίου καὶ 6 Αὐγούστου), ἀνέβαινε στὴν κορυφὴ τοῦ Ὀλύμπου καὶ λειτουργοῦσε. Εἶχε ἀναπτύξει ἐπίσης καὶ μεγάλη ἐθνικὴ δράση.
 
Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἔφτασε σὲ ὕψη ἁγιότητας. Εἶχε ἀξιωθεῖ νὰ ἔχει προορατικὸ καὶ διορατικὸ χάρισμα. Εἶχε ἀποκαλύψει στὸν ἡγούμενο Παρθένιο τὸ χρόνο τοῦ θανάτου του. Ὕστερα ἀπὸ θερμὴ προσευχή, κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 23 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1542. Τὸ σῶμα του ἐνταφιάστηκε στὸ νάρθηκα τῆς Μονῆς. Ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τῶν λειψάνων του, βρέθηκαν νὰ εὐωδιάζουν καὶ νὰ θαυματουργοῦν. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 23 Ἰανουαρίου.

__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου