Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

Οἱ αἱρετικοί καί ἡ διδασκαλία τους - Πρωτοπρ. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (♱) (Μέρος 3ον καί τελευταίον)

 

Τὸ Μέρος 1ον ΕΔΩ καὶ Μέρος 2ον ΕΔΩ 
 
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπερίγραπτος, ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ πάρωμε τὸ φιλοσοφικὸ πρότυπο περὶ ἐντελεχείας τοῦ Ἀριστοτέλους, ποὺ βασίζεται σὲ παρατηρήσεις ἀπὸ τὴν κτιστὴ φύσι οὔτε νὰ ἀναφέρωμε κανόνες ἀπὸ τὴν φιλοσοφία τοῦ Ἀριστοτέλους, ποὺ εἶναι παρμένοι ἀπὸ τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ κτιστὰ ἢ καὶ ἀπὸ τὰ δικά του μεταφυσικὰ (μετὰ τὰ φυσικά), μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης ὁρατὰ καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόσωμε στὸν Θεό, σὲ Κάποιον δηλαδὴ ποὺ δὲν μοιάζει μὲ τὰ κτίσματα.

Π.χ. λέμε ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος, ὁ ὁποῖος ἄλλα κάνει κατὰ φύσιν (γιὰ τὰ ὁποῖα δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ ἀλλιῶς, τουτέστιν νὰ μὴ τὰ κάνῃ) καὶ ἄλλα κατὰ βούλησιν, τὰ ὁποῖα ἂν θέλῃ τὰ κάνει. Στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου φαίνεται σαφῶς ἡ διάκρισις αὐτὴ μεταξὺ τοῦ κατὰ φύσιν καί τοῦ κατὰ βούλησιν. Π.χ., ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νὰ κάνῃ παιδιά, ἐδῶ συνήθως ἔχωμε κάποιο συνδυασμὸ τοῦ κατὰ φύσιν καί τοῦ κατὰ βούλησιν. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ παιδιὰ μόνο κατὰ βούλησιν, δηλαδὴ μόνο μὲ τὸ μυαλό του. Ἡ ἀπόφασις τοῦ νὰ κάνῃ παιδιὰ δὲν δημιουργεῖ αὐτόματα παιδιά. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συνδυασμὸς βουλήσεως καὶ πράξεως. Ἐδῶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐνεργεῖ μόνο κατὰ φύσιν, ἀλλὰ ἐνεργεῖ συλλογιστικά, βάσει τῆς γνώσεως καὶ ἀναλύσεως τῶν προϋποθέσεων καὶ ἀναγκῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ποὺ ἔχει καὶ κάνει μία ἐπιλογή. Μόνο στὸν κτιστὸ λογικὸ κόσμο ὑπάρχει τὸ χαρακτηριστικὸ νὰ κάνῃ κανεὶς κάτι κατὰ φύσιν καὶ κάτι ἄλλο κατὰ βούλησιν. Στὸν Θεὸ ὅμως δὲν μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν αὐτὰ τὰ κατηγορήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις.

Ὁπότε ἡ φιλοσοφικὴ διάκρισις μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ποὺ βασίζεται στὰ Ἀριστοτελικὰ φιλοσοφικὰ κατηγορήματα, δὲν ἔχει ἔννοια προκειμένου περὶ τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ στὸν Θεό. Ἡ διάκρισις οὐσίας καὶ ἐνεργείας, ποὺ κάνουν οἱ Πατέρες, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Ἡ βασικὴ οὐσιαστικὴ αἵρεσις ὅλων αὐτῶν τῶν αἱρετικῶν ρευμάτων καὶ φιλοσοφικῶν τάσεων εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς Ἀποφατικὴς Θεολογίας. Δηλαδή τοῦ ὅτι μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης. Ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσωμε στὸν Θεὸ κατηγορήματα παρμένα ἀπὸ τὴν Ἀριστοτελικὴ ἢ τὴν ἀντι-Ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία. Μὲ τὸν ὅρο ἀντί- Ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία ἐδῶ ἐννοοῦμε ἐκείνην τὴν φιλοσοφία ποὺ γίνεται μὲν μὲ βάσι τὴν διάκρισι μεταξύ τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, ἀλλὰ ἡ ὁποία μετατρέπεται σὲ φιλοσοφία, δηλαδὴ φιλοσοφοποιεῖται ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Σ᾿ αὐτούς, ἡ Πατερικὴ διάκρισις ἀπὸ ἐμπειρικὴ γίνεται ὀντολογικὴ διάκρισις.

Ἡ Πατερικὴ ὅμως διάκρισις δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν ὀντολογία. Αὐτὸ κανεὶς θὰ τὸ καταλάβῃ, ἂν διαβάσῃ Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι, ὅταν κανεὶς φθάσῃ στὴν θέωσι, τότε καταλαβαίνει ὅτι ὁ Θεὸς οὔτε Μονὰς εἶναι οὔτε Τριὰς εἶναι οὔτε Ἑνὰς εἶναι οὔτε Θεὸς εἶναι! Δηλαδὴ ὅλα τὰ ὀνόματα καὶ νοήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὴν θέωσι, ὅλα αὐτὰ καταργοῦνται στὴν θέωσι, διότι ὁ Θεὸς δὲν ταυτίζεται μὲ κανένα ἀπὸ τὰ ὀνόματα ἢ νοήματα ποὺ Τοῦ ἀποδίδει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ γνῶσις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ δοξασμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Αὐτὸ τὸ περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πολὺ καθαρά. Λέγει: «Γλῶσσαι παύσονται, προφητεῖαι καταργηθήσονται καὶ γνώσεις καταργηθήσονται» 132 . Αὐτὸ λέγει καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης.

Βάσει λοιπὸν τῆς Ἀποφατικῆς Θεολογίας οἱ Πατέρες ἀνέτρεψαν καὶ τὸν Ἀρειανισμὸ καὶ τὸν Νεστοριανισμό. Καὶ τὸν Ἀρειανισμό, τὸ τονίζω, ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀποφατικός, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι. Διότι, ὅταν λέγῃ ὁ Ἄρειος, ὅτι, οὔτε ὁ Λόγος ξέρει τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τί σημαίνει; Καλά, ὁ Λόγος δὲν ξέρει τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἄρειος, ὅμως, ἀπὸ ποῦ ξέρει ὅτι τὸ κατ᾿ οὐσίαν σημαίνει τὸ κατ᾿ ἀνάγκην στὸ Θεό; Δηλαδή, ὁ ἴδιος ὁ Ἄρειος προδίδει τὸν ἑαυτό του, διότι ἀπὸ ποῦ ἔμαθε ὁ Ἄρειος ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἀναγκαῖον ὅν;

Στὴν Σχολαστικὴ Θεολογία εἶναι ποὺ μιλᾶνε γιὰ ἀναγκαῖον ὅν τὸ ὁποῖον, κατ᾿ αὐτούς, εἶναι ὁ Θεός. Στὴν Πατερικὴ Θεολογία ὅμως αὐτὸς ὁ τρόπος σκέψεως δὲν ὑπάρχει, διότι, ἐφ᾿ ὅσον δὲν γνωρίζωμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσωμε στὸν Θεὸ οὔτε τὸ κατηγόρημα ἀναγκαῖον ὅν.

Γι᾿ αὐτὸ οἱ Πατέρες λένε ὅτι, ἐὰν τὰ κτιστὰ εἶναι ὄντα, τότε ὁ Θεὸς εἶναι μὴ ὅν. Καί, ἐὰν ὁ Θεὸς εἶναι ὅν (ὁ ὧν), τότε τὰ κτιστὰ εἶναι μὴ ὄντα. Ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Αὐτὸ τὸ δόγμα εἶναι τὸ ποιό βασικὸ δόγμα τὴ Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως καὶ ὄχι τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Ἡ Ἀποφατικὴ Θεολογία δὲν εἶναι φιλοσοφία, ἀλλὰ εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως καὶ τίποτε ἄλλο.

Ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς ὁποίας ἐπεχείρησαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ Λόγος γνωρίζει τὴν οὐσία τοῦ Πατρὸς καὶ  ἔχει ὅλην  τὴν ἐνέργεια τοῦ Πατρός, ἐβασίζετο σὲ ὡρισμένους γενικοὺς κανόνες, τοὺς ὁποίους ἀκολούθησαν καὶ οἱ Ἀρειανοὶ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι.

Καὶ οἱ δύο συμφωνοῦσαν πρῶτα - πρῶτα στὸ ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δύο τοὺς κληρονόμησαν ἀπὸ τὴν Παράδοσι τὴν διάκρισι  μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας, ὅτι δηλαδὴ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτοχος στὰ κτίσματα, μετέχεται ὅμως ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὡρισμένα κτίσματα. Ὄχι ὅμως σὲ ὅλες τίς μορφές της - διότι ἡ μία ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ διακρίνεται σὲ πολλὲς ἐπιμέρους ἐνέργειες -, ἀλλὰ σὲ ὅσες ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὰ κτίσματα νὰ μετέχουν. Π.χ. ὅλα τὰ κτίσματα μετέχουν στὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν προνοητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ (Θεία Πρόνοια). Μόνο ὅμως ὡρισμένα ἀπὸ τὰ κτίσματα μετέχουν ἐκτός των ἀνωτέρῳ καὶ στὴν γνωστικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἢ στὴν θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Θεωτικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐνέργεια μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸν Θεό.

Στὴν Πατερικὴ παράδοσι ὑπάρχουν δύο θεώσεις. Ἡ μία θέωσις εἶναι οὐσιώδης, εἶναι δηλαδὴ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει κατοχὴ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Σ᾿ αὐτὴν μετέχουν μόνο ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διότι ἡ οὐσία τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι γνωστὴ μόνο στὴν Ἁγία Τριάδα.

Τὸ μόνο κτίσμα ὅμως, ποὺ ἔχει μέθεξι σ᾿ αὐτὴν τὴν θέωσι, εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ. Ὁπότε ὁ Χριστὸς ὡς Θεός, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει ὡς θέωσι τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ δὲν μετέχει ἁπλῶς μόνο στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μετέχει καὶ στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἐν Χριστῷ ἕνωσις τῶν δύο φύσεων, Θείας καὶ ἀνθρωπίνης εἶναι καὶ κατ᾿ οὐσίαν καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ κατὰ φύσιν ἕνωσις. Αὐτὴν τὴν ὁρολογία τὴν βρίσκει κανεὶς στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁπότε ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὴν οὐσία τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ πηγὴ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχῃ ὑποστατικὴ ἕνωσις τοῦ Λόγου μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Χριστοῦ. Διότι κάθε πρόσωπο  τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι καὶ φυσικὴ πηγὴ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, ἐπειδὴ καὶ τὰ τρία Πρόσωπα ἔχουν τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Πατρός.

Βέβαια ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα ἔχουν τὴν οὐσία ἐκ τοῦ Πατρός. Μαζὶ δὲ μὲ τὴν οὐσία ἔχουν καὶ τὴν οὐσιώδη ἐνέργεια τῆς οὐσίας καὶ τὴν οὐσιώδη δύναμη τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ δὲν μετέχουν κατὰ χάριν στὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ἀλλὰ κατέχουν τὴν οὐσία τοῦ Πατρός. Διότι ὁ Πατήρ τους ἔδωσε ὅ,τι ἔχει ὁ ἴδιος. Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ ἔδωσε καὶ στὸν Λόγο καὶ στὸ Πνεῦμα τὸ  Ἅγιο.

Ὁπότε ὁ Πατὴρ εἶναι ὑπόστασις καὶ ἔχει τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς Του, ποὺ εἶναι τὸ ἀγέννητον. Ἀλλὰ ἔχει καὶ τὴν οὐσία Του, καθὼς καὶ τὴν οὐσιώδη ἐνέργεια τῆς οὐσίας. Στὸν Λόγο, ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ Λόγου ὡς ὑποστάσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τῆς οὐσίας τοῦ Λόγου ἢ τῆς ἐνεργείας τοῦ Λόγου. Διότι ὁ Πατὴρ ἔδωσε στὸν Λόγο τὴν ἰδική Του οὐσία καὶ τὴν οὐσιώδη ἐνέργεια. Ὁπότε ὁ Λόγος κατὰ φύσιν ἔχει τὴν οὐσία καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πατρός. Δηλαδὴ ὑπάρχει ταυτότης οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Πατέρα καὶ στὸν Λόγο. Ἀλλὰ ὁ Λόγος ἔχει καὶ τὴν ὕπαρξί Του ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὴν ὕπαρξι δηλαδὴ τῆς ὑποστάσεώς Του. Ὅμως κατὰ διαφορετικὸ τρόπον ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὴν οὐσία καὶ τὴν ἐνέργεια. Ἡ ὑπόστασις τοῦ Λόγου γεννᾷται. Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο ἀπὸ τοὺς Πατέρες διακρίνεται ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς ὑποστάσεως τοῦ Λόγου, καθὼς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν κοινωνία τῆς οὐσίας καὶ ἐνεργείας. Ἡ ὑπόστασις τοῦ Λόγου γεννᾷται, ἐνῶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός.

Ὁπότε στὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπάρχει κοινωνία οὐσίας καὶ ἐνεργείας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κοινωνία ὑποστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ οἱ Πατέρες λένε ὅτι ὑπάρχει κοινωνία τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κοινωνία Προσώπων. Τὰ Πρόσωπα, δηλαδὴ οἱ ὑποστάσεις, εἶναι ἀκοινώνητα. Αὐτὸ χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς, διότι ὑπάρχουν συγγράμματα ποὺ κυκλοφοροῦν καὶ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν γιὰ κοινωνία τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ἢ γιὰ κοινωνία τῶν ὑποστάσεων. Καὶ γίνεται κάποια προσπάθεια νὰ οἰκοδομηθῇ βάσει αὐτῆς τῆς ὁρολογίας μία Κοινωνιολογία τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἡ Ἁγία Τριάδα φυσικὰ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν ἀνθρώπινη Κοινωνιολογία. Ἐὰν δημιουργήσωμε μία Κοινωνιολογία ποὺ νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, θὰ πρέπει τότε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ Πατέρες διδάσκουν ἀντι-Κοινωνιολογία, δηλαδὴ ἀντικοινωνικότητα τῶν Προσώπων, ἐφ᾿ ὅσον λένε σαφῶς ὅτι τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀκοινώνητα.

Αὐτὲς τίς διακρίσεις ὁ Ἄρειος δὲν τίς δέχθηκε, διότι, γιὰ τὸν Ἄρειο ὑπάρχει κοινωνία στὴν ἐνέργεια, μερικὴ ὅμως. Διότι αὐτὴ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία κοινωνία, ἀλλὰ εἶναι μία μέθεξις. Δηλαδὴ μετέχει ὁ Υἱὸς στὴν Θεότητα τοῦ Πατρός, ὅσο ὁ Πατὴρ μπορεῖ νὰ μετέχῃ στὸν Υἱό. Ὅπως δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος, πού,  ὅταν θεοῦται, μπορεῖ νὰ μετέχῃ τῆς Θεότητος τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ δὲν γίνεται ὁ ἄνθρωπος πηγὴ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ θεούμενος νὰ γίνῃ πηγὴ τῆς Θείας Χάριτος, ὅπως καὶ γίνεται, ὄχι ὅμως πηγὴ κατ᾿ οὐσίαν. Γίνεται πηγὴ μόνο κατὰ χάριν, κατ᾿ ἐνέργειαν, κατ᾿ εὐδοκίαν. Ἀλλὰ ποτὲ κατ᾿ οὐσίαν. Ὁπότε δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα οἱ Ἅγιοι, ποὺ φθάνουν στὴν θέωσι, μὲ τὸν Χριστό. Διότι ἡ θέωσις τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ θέωσις ὅμως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὅμως οἱ αἱρετικοὶ δὲν τὸ κατάλαβαν.

Μέσα ἀπὸ τὴν Ἀρειανικὴ ἔριδα βγῆκαν ὡρισμένα καλούπια τοῦ χαρακτῆρος τῆς ὁρολογίας ποὺ ἐχρησιμοποίησαν οἱ τότε Πατέρες, τὰ ὁποῖα καὶ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ὑπάρχει μία ἀσάφεια στὴν ὁρολογία τῶν Πατέρων ἐπάνω στὰ θέματα αὐτά. Μετὰ ὅμως τὴν   Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὑπάρχει κάποια διασάφησις, ὄχι ὅμως πλήρης. Ἡ τελικὴ διασάφησις στὴν ὁρολογία ἔγινε στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅταν εἰσήχθῃ πλέον ἡ διάκρισις μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴν οἱ μόνοι ποὺ ὑπεστήριζαν σαφῶς τὴν διάκρισι μεταξὺ τῆς οὐσίας καὶ τῆς ὑποστάσεως ἦταν οἱ Καππαδόκες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης κλπ.), ἐνῶ στοὺς ὑπολοίπους Πατέρες ὑπῆρχε ἀσάφεια ἐπάνω στὸ θέμα αὐτό.


Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο τὸ ὁμοούσιο δὲν ἦταν ἀρεστὸ σὲ πολλοὺς «συντηρητικοὺς» Ὀρθοδόξους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν στὸ ὁμοούσιο, διότι τὸ θεωροῦσαν ἐπικίνδυνο, μήπως καὶ ἐκληφθῇ μὲ τὴν σημασία τοῦ ταυτούσιον (ποὺ θὰ σήμαινε ὅτι ὁ Πατὴρ ταυτίζεται μὲ τὸν Υἱόν). Διότι, ὅταν καταδικάσθηκε ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ ὁμοούσιος σήμαινε ταυτούσιος. Μὲ τὴν διαφοροποίησι ὅμως, ποὺ ἔγινε μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως, ὁ κίνδυνος τὸ ὁμοούσιος νὰ σημαίνῃ ταυτούσιος ἐξέλιπε καὶ ἔκτοτε χρησιμοποιεῖται το ὁμοούσιος μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔχουν ταυτότητα οὐσίας. Δηλαδὴ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία, ἀλλὰ ὄχι ταυτότητα ὑποστάσεως. Ὑπάρχει ταυτότης  οὐσίας καὶ ἐνεργείας, ἀλλὰ ὄχι ὑποστάσεως. Διότι ὁ Πατὴρ εἶναι ὑπόστασις, ὁ Υἱὸς εἶναι ὑπόστασις, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ὑπόστασις. Τὰ τρία Πρόσωπα ἔχουν κοινὴ οὐσία καὶ οὐσιώδη ἐνέργεια. Ὁπότε το ὁμοούσιος δὲν ἀναφέρεται στὴν ὑπόστασι, ἀλλὰ στὸ ὅτι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔχουν κοινὴ οὐσία. Ἔτσι, ἐφ᾿ ὅσον διασαφηνίσθηκε τὸ θέμα αὐτὸ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸ ὁμοούσιος ἔγινε ἀποδεκτὸ  ἀπὸ  τοὺς  συντηρητικοὺς  Πατέρες  τῆς  Ἐκκλησίας,  ἐπειδὴ  ἐδέχθησαν  τὴν  διάκρισι  μεταξὺ  τῆς  οὐσίας  καὶ  τῆς ὑποστάσεως.

Ἔτσι μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Πατέρων φαίνεται ὅτι οἱ Ἀρειανοὶ κατατροπώθηκαν ἀρκετά. Μετὰ ὅμως ἐμφανίσθηκε μία ὁμάδα Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι ξεχώρισαν τὴν γραμμὴ τους ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς. Αὐτοὶ χρησιμοποίησαν μᾶλλον Ἀριστοτελικὰ  ἐπιχειρήματα  ἐναντίον  τῆς  διδασκαλίας  τῆς  Ἐκκλησίας.  Αὐτοὶ  ἦταν  ὁ  Ἀέτιος  καὶ  ὁ  Εὐνόμιος.  Ἐναντίον  τοῦ Εὐνομίου ἔχει γράψει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, κυρίως ὅμως ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ καλύτερο ἔργο ἐναντίον τοῦ Εὐνομίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ συγγράμματά του ἐπιτίθεται ἐναντίον του.

Ὁ Εὐνόμιος ξεχώρισε τὴν θέσι του ἀπὸ τίς θέσεις τῶν Ἀρειανῶν σὲ ὡρισμένα κρίσιμα σημεῖα. Σὲ διάκρισι ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ὁ Εὐνόμιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας, ταύτισε τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ξεχώρισε τίς κτιστὲς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ δηλαδὴ στὸν Ἄρειο ἔχουμε ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια ποὺ διακρίνονται μεταξύ τους, στὸν Εὐνόμιο ἔχομε ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια ποὺ ταυτίζονται μεταξύ τους, ἀλλὰ διακρίνονται ἀπὸ τίς κτιστὲς ἐνέργειες. Καὶ τέτοιες εἶναι πολλές.

Ὁ Εὐνόμιος ἰσχυρίζεται ὅτι κάθε ἐνέργεια πρέπει νὰ εἶναι σύμμετρος μὲ τὸ ἀποτέλεσμα. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς ἔχει ὅλη τὴ δύναμι, ὅμως δὲν χρησιμοποιεῖ ὅλη τὴ δύναμι ποὺ ἔχει, ἀλλὰ δημιουργεῖ ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες εἶναι κατώτερες ἀπὸ τὴν  δύναμι τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ὁποῖες εἶναι σύμμετρες μὲ τὰ ἀποτελέσματά τους. Ὁπότε ἡ ἐνέργεια ποὺ ἔφερε τὸν Λόγο στὴν ὕπαρξι εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἐνέργεια, ἀπὸ τίς κτιστὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει. Ἔτσι ὅλα τὰ κτίσματα μπαίνουν σὲ κάποια τάξι, κατεβαίνοντας πρὸς ποιοτικὰ κατώτερες ἐνέργειες. Κατὰ τὸν Εὐνόμιο πάντα, ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν εἶναι εἴδη, ὅλα ὅμως τὰ κτίσματα εἶναι εἴδη καὶ τὸ καθένα ἔχει τὴν ἐνέργειά του.

Ὁ Γρηγόριος Νύσσης κατηγορεῖ τὸν Εὐνόμιο ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχωμε Ἁγία Τριάδα, ἔχομε Ἁγία Πεντάδα(!), διότι παρεμβάλλει τίς κτιστὲς ἐνέργειες, τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ὅμως ὁ πραγματικὸς Πατέρας τοῦ Λόγου δὲν εἶναι ἡ Πρώτη Οὐσία, ἀλλὰ εἶναι μία κτιστὴ ἐνέργεια. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπίσης δὲν προέρχεται ἀπ᾿ εὐθείας ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀλλὰ εἶναι ἔργο μιᾶς κτιστῆς ἐνεργείας τοῦ Υἱοῦ. Ἔτσι πρῶτα ἔχομε τὸν Θεό, μετὰ τὴν ἐνέργεια «Πατήρ», μετὰ τὸν Λόγο, μετὰ τὴν ἐνέργεια «Υἱός», μετὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τέλος ὅλες τίς ἄλλες ἐνέργειες τῶν εἰδῶν! Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Εὐνόμιος πῆρε τὰ σχετικὰ χωρία τῶν Πατέρων καὶ τὰ διέστρεψε. Εἶπε ὅτι ὁ Θεός, τοῦ ὁποίου κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ οὐσιώδης ἐνέργεια «μερίζεται ἀμερίστως ἕν μεριστοίς», εἶναι μία οὐσία ποὺ ἔχει πολλὲς κτιστὲς ἐνέργειες.

Ἐξ ἐπόψεως Ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Εὐνόμιος ταυτίζῃ τὴν ἄκτιστη οὐσία μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς οὐσιαστικὰ δὲν ἔχει ἀπ᾿ εὐθείας σχέσεις μὲ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ὅτι οἱ σχέσεις τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀναπτύσσονται μέσῳ κτιστῶν ἐνεργειῶν. Ὁπότε δημιουργεῖται τώρα μία καινούργια κατάστασις, λέγει ὁ Εὐνόμιος. Ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ ἐκεῖνο ποὺ ὑποστηρίζουν  ὁ Ἄρειος καὶ οἱ Ἀρειανοί, ὅτι δηλαδὴ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι γνωστή. Ὁ Εὐνόμιος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι γνωστὴ καὶ μάλιστα ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ καταληπτή!

Ὁ Εὐνόμιος ὑποστηρίζει ὁ ἴδιος ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὸν Λόγο. Οἱ δὲ Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τοῦ προσθέτουν ὅτι εἶπε ἐπίσης ὅτι εἶναι καταληπτὴ ἀπὸ τὸν Λόγο. Ὅτι εἶπε μάλιστα ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι καταληπτή, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Λόγο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ τὸν Εὐνόμιο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε τὰ ὀνόματα τῆς οὐσίας Του. Τὸ δὲ κυρίως ὄνομα τῆς οὐσίας Του εἶναι το ἀγέννητος. Ἀλλὰ καί τὰ ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος λέγει ὅτι εἶναι ἐπίσης τὰ ὀνόματα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ἔχουν ἀποκαλυφθῇ στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὸν «παραλαμβάνει» ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης καὶ τοῦ λέγει: Ποὺ τὸ βρῆκες  τὸ «ἀγέννητος»; Διότι τὸ ὄνομα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὴν Ἁγία Γραφή! Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα «Πατὴρ» κατὰ τὸν Εὐνόμιο εἶναι ἕνα ὄνομα τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Εὐνόμιος ὅμως κατηγορεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὅτι ταυτίζει ἐπίσημα τὸ ὄνομα Πατὴρ μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὅμως λέγει ὅτι τὸ ταυτίζει μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τί ἀκριβῶς συμβαίνει, δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστό.

Κατὰ τὸν Εὐνόμιο λοιπὸν ὁ Θεὸς ἔχει πολλὲς ἐνέργειες. Τὸν Λόγο δὲν τὸν κτίζει μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά Του δηλαδὴ κατ᾿ οὐσίαν, διότι δὲν παραδέχεται ὁ Εὐνόμιος κατ᾿ οὐσίαν σχέσεις τοῦ Πατρὸς μὲ τὸν Λόγον. Τί κάνει ὅμως; Παρεμβάλλει μεταξὺ τῆς ἀκτίστου οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς φύσεως τοῦ Λόγου μία κτιστὴ ἐνέργεια. Ὁπότε μετὰ ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει μία κτιστὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Πατρὸς καὶ μέσῳ αὐτῆς τῆς κτιστῆς ἐνεργείας ὁ Θεὸς κτίζει τὸν Λόγο. Μετὰ παρεμβάλλει καὶ ἄλλη κτιστὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία κτίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες εἶναι ἁπλὲς ἐνέργειες. Μία δηλαδὴ ἐνέργεια γιὰ τὸν Λόγο καὶ μία γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ κατὰ τὸν Εὐνόμιο ὑπάρχει ἕνας Λόγος καὶ ἕνα Πνεῦμα Ἅγιο.

Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ στὰ κτίσματα, ὑπάρχουν κατὰ τὸν Εὐνόμιο πολλὲς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ ποιόν λόγο; Διότι ὑπάρχει μία κτιστὴ ἐνέργεια γιὰ κάθε εἶδος. Ἀλλιῶς δὲν θὰ ὑπῆρχαν πολλὰ εἴδη. Ὅπως ὑπάρχει μία ἐνέργεια ποὺ ἔφερε τὸν Λόγο στὴν ὕπαρξι, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὑπάρχει ἕνα Πνεῦμα Ἅγιο, διότι μία ἐνέργεια τὸ ἔφερε στὴν ὕπαρξι καὶ ὑπάρχουν πολλὲς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  αὐτοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ἐπειδή, ἂν ὑπῆρχε μόνο μία ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὸν κόσμο, θὰ ὑπῆρχε στὸν κόσμο μόνο ἕνα εἶδος.

Ἐδῶ βλέπομε τὸ κατάντημα τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας περὶ τῆς μιᾶς ἁπλῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία «μερίζεται ἀμερίστως ἐν μεριστοίς», ὅταν αὐτὴ ἡ διδασκαλία παραλαμβάνεται καὶ διαστρέφεται ἀπὸ τὴν φιλοσοφία.

Εἶναι φύσει ἀδύνατο νὰ ἀσχοληθῇ κανεὶς μὲ τὸν Εὐνόμιο, ἂν δὲν ξέρῃ καλὰ τὸν Γρηγόριο Νύσσης, διότι στὴν διαμάχη μεταξὺ τοῦ Εὐνομίου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μερικὲς πτυχὲς δὲν εἶχαν διασαφηνισθῇ. Μόνο στὸ δεύτερο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀποσαφηνίζονται τὰ πράγματα. Αὐτὸ ὅμως ἔχει χαθῇ· ἡ οὐσία του ὅμως βρίσκεται μέσα στὴν ἀπάντησι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης πρὸς τὸν Εὐνόμιο.

Σημειώσεις:
__________________________________

132. Παραλλαγή τοῦ Α' Κορ. 13, 8.
___________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου