Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Σοφία Μπεκρῆ: Τό ἔργο τῶν διακόνων


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
 
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι, ὡς γνωστόν, θεμελιωμένη πάνω στὰ αἵματα τῶν μαρτύρων. Πρωτόαθλος καὶ πρωτοχορευτὴς στὸν ἀτελείωτο αὐτὸν χορὸ ὑπῆρξε ὁ Πρωτομάρτυρας καὶ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος.

Ὁ ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του στὶς 27 Δεκεμβρίου -ἀρχικὰ ἑορταζόταν τὴν ἑπομένη τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, στὶς 26 Δεκεμβρίου, ὁπότε ὁρίστηκε νὰ ἑορτάζεται ἡ Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς Μητέρας τοῦ Κυρίου-, εἶναι συμβολικός.

Πράγματι, ὁ Στέφανος εἶναι ὁ τελειώτερος μάρτυρας καὶ διάκονος τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τὸν ἄνθρωπον Θεὸν ποιήσῃ» (Μ. Ἀθανάσιος).
Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς του τονίζεται ὅτι, ἐνῶ ὁ «Δεσπότης» Κύριος «διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει», ὁ πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος «δοῦλος» Του Στέφανος «ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει».

Γιὰ νὰ κατανοήσωμε, ἀσφαλῶς, τὴν προσφορὰ τοῦ Στεφάνου, χρειάζεται νὰ θυμηθοῦμε τὸν ρόλο τῶν διακόνων στὶς ἀποστολικὲς κοινότητες τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων. Σὲ αὐτές, λοιπόν, οἱ διάκονοι, εἶχαν ἀναλάβει τὸ κοινωνικὸ ἔργο, -«διακονία τῶν τραπεζῶν»-, ποὺ ἐπιτελοῦταν παράλληλα μὲ τίς ἄλλες δύο διακονίες, τὴν πνευματική -«προσευχή»- καὶ τὴν μορφωτική -«διακονία τοῦ λόγου» (Πράξ., στ' 3-4).

Ἡ σημασία ποὺ ἔδιναν οἱ Ἀπόστολοι στὴν ἄσκηση τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου γίνεται φανερὴ ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἑπτὰ Διακόνων, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἄνθρωποι «πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας», ποὺ τοὺς κατέστησε ἡ Ἐκκλησία «ἐπὶ τὴν χρείαν ταύτην», γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς στὶς ὑλικές των ἀνάγκες, τίς ὁποῖες, ἀσφαλῶς, δὲν μποροῦσε νὰ παραβλέψῃ ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν.

Ἐὰν ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα -διότι ὡς κοινότητα νοοῦταν ἡ Ἐκκλησία- δὲν θεωροῦσε εὐάρεστη τὴν διακονία αὐτήν, τότε γιατί οἱ Ἀπόστολοι, μὲ προεξάρχοντα τὸν Πέτρο, νὰ συγκαλοῦσαν τοὺς πιστούς, ὥστε νὰ ἐπιλέξουν μὲ δημοκρατικὴ ἐκλογὴ τοὺς ἀξιωτέρους πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτόν;

Βεβαίως, καὶ μέσα στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ὑπῆρχαν διαφορετικὲς καὶ συχνὰ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις σχετικὰ μὲ τὴν ὑφὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς.
Ἀπὸ τὴν μιά, οἱ ἰουδαΐζοντες χριστιανοὶ ἔβλεπαν τὴν Ἐκκλησία ὡς συνέχεια τοῦ ἑβραϊκοῦ ναοῦ καὶ θεωροῦσαν τοὺς λειτουργοὺς της ὡς συνεχιστὲς τῆς λευϊτικῆς ἱερωσύνης, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔδιναν ἔμφαση στὸ τελετουργικὸ μέρος καὶ στὶς τυπικὲς διατάξεις καὶ εἶχαν μιὰ ἐχθρότητα ἀπέναντι στὸν λαό, ποὺ τὸν θεωροῦσαν ὑποδεέστερο καὶ ἐξυπηρετητὴ τῶν συμφερόντων των, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρονται οἱ ἴδιοι γιὰ τίς δικές του ἀνάγκες.

Νὰ γιατί ἡ ὁμάδα αὐτὴ τῶν «τυπικῶν» Ἑβραίων ἦρθε σὲ σύγκρουση ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς Ἑλληνιστές, τοὺς Ἑβραίους δηλ. ποὺ εἶχαν ἑλληνικὴ παιδεία, γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ πρῶτοι τοὺς φθονοῦσαν καὶ τοὺς ὑπέβλεπαν. Ἔτσι, καθὼς μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, «ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν» (Πράξ. στ' 1), γεγονὸς ποὺ ὤθησε, ὅπως εἴπαμε, τοὺς Ἀποστόλους στὴν ἐκλογὴ τῶν διακόνων.

Αὐτὴν τὴν μερίδα τῶν ἰουδαϊζόντων, ποὺ διαρκῶς δυσκόλευαν τὸ ἔργο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ συνεχῶς τοὺς τόνιζε ὅτι ὁ Κύριος, ὡς ἄνθρωπος, δὲν προερχόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Λευί, ὥστε νὰ εἶναι φορέας τῆς λευϊτικῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα, καὶ ὡς φορέας τῆς βασιλικῆς ἱερωσύνης θυσιάζεται ὁ Ἴδιος ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ Του.

Οἱ ἐπηρεασμένοι, ἄλλωστε, ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία καὶ τὸν Ἰνδουϊσμὸ Χριστιανοὶ θεωροῦσαν ὅτι δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Χριστιανοῦ ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ κοινά, τὴν ὕλη καὶ τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἀντίληψη Χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ θείου νόμου πάνω στὴν γῆ καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει, γιὰ νὰ ἀνυψώνεται τὸ ἄτομο διὰ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μπορεῖ νὰ κατανοήσῃ κανεὶς καλύτερα πῶς προέκυψαν ἀργότερα ὁ παπισμὸς καὶ ὁ προτεσταντισμός, πού, παρὰ τίς ἐπιμέρους ἀντιθέσεις των, ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀντίληψη τῆς ὑπεροχῆς τοῦ ἰσχυροῦ ἀτόμου πάνω στὴν ὑποχρεωμένη νὰ ἀκολουθῇ τὸν ἰσχυρὸ μᾶζα.
Τελικά, ἀναλόγως μὲ τὴν πνευματικὴ καὶ κοινωνική του κατάσταση, κάθε ἕνας ἀντιλαμβανόταν διαφορετικὰ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἀπόστολοι, ὅμως, καὶ οἱ Πατέρες εἶχαν συνείδηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες, εἶναι ἡ ἐν χώρῳ καὶ χρόνῳ βίωση τῆς ζωῆς καὶ τῆς πολιτείας τοῦ Χριστοῦ. Συνεπῶς, τὸ ἔργο της, ὡς ἀπόρροια τοῦ τριπλοῦ λειτουργήματος τοῦ Χριστοῦ -ἀρχιερατικοῦ, προφητικοῦ, βασιλικοῦ-, εἶναι πολύπλευρο, πνευματικό, μορφωτικὸ καὶ κοινωνικό, καὶ ὑπηρετεῖται ἀπὸ τοὺς ἀντιστοίχους διακόνους.

Ἐξ αἰτίας, βεβαίως, ἱστορικῶν καὶ ἄλλων συγκυριῶν, κυρίως τῶν διωγμῶν καὶ τῶν αἱρέσεων, εἰδικὰ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ἀτόνισε στὴν συνέχεια καὶ μάλιστα ἀλλοιώθηκε ἡ ὑφή του, μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὴν περίπτωση τοῦ Στεφάνου ποὺ ἀπεικονίζεται συχνὰ στὶς ἡμέρες μας ὄχι ὡς κοινωνικὸς διάκονος ἀλλὰ ὡς «διάκος», μὲ λιβανιστήρι καὶ ὀράριο.

Ὁ Στέφανος, ὅμως, σύμφωνα μὲ τὰ σχετικὰ κείμενα, ἂν καὶ ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν κοινωνικὴ διακονία, βοηθοῦσε συγχρόνως καὶ στὸ μορφωτικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπῆρχαν στεγανὰ στὴν ἄσκηση τῶν λειτουργημάτων, ἁπλῶς αὐτὰ ὁριοθετοῦνταν πρὸς καλύτερη ἐξυπηρέτηση τοῦ ὅλου ἔργου.

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ ἀρχιδιάκονος Στέφανος, ἐπειδὴ κατεῖχε μιὰ πλούσια καὶ μάλιστα θύραθεν ἑλληνικὴ παιδεία, ὅπως ἐξ ἄλλου φανερώνει καὶ τὸ ὄνομά του, ἦταν παραλλήλως καὶ δεινὸς συζητητὴς στὴν συναγωγὴ τῶν Ἑβραίων, ὥστε αὐτοὶ «οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει.» (Πράξ., στʹ 10). Τὸν φθόνησαν, ἔτσι, καὶ τὸν κατηγόρησαν ὅτι κήρυττε «ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἤθη ἅ παρέδωκεν αὐτοῖς Μωϋσῆς».

Ἑπομένως, αὐτὸ ποὺ κυρίως ἐνοχλοῦσε τοὺς Ἑβραίους δὲν ἦταν γενικῶς ἡ περὶ Χριστοῦ διδασκαλία τοῦ Στεφάνου ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ποὺ κήρυττε ὁ Στέφανος θὰ ἄλλαζε τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ λαοῦ των, θὰ ἄλλαζε δηλαδὴ τὴν νοοτροπία των, μὲ κίνδυνο συνεπῶς ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ στραφῇ ἐνάντια στὴν δική των ἐκμεταλλευτικὴ συμπεριφορά. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὑποκριτική των στάση στιγμάτισε ὁ Στέφανος στὴν ἀπολογία του. Τοὺς ἀπεκάλεσε εὐθαρσῶς «σκληροτράχηλους καὶ ἀπερίτμητους τῇ καρδίᾳ» (Πράξ. ζ' 51) -ὅτι δηλαδὴ περιέτεμαν μόνον τὰ σώματα καὶ ὄχι τίς κακίες ποὺ φώλιαζαν στὴν ψυχή των-, καὶ ὅτι πάντοτε ἀντιστρατεύονταν στὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἔτσι δολοφόνησαν ὅλους τοὺς Προφῆτες (ό.π. 52). Τότε αὐτοί, πορρωμένοι, καθὼς ἦταν, καὶ μὴν ἀντέχοντας ἄλλο νὰ ἀτενίζουν τὸ ἀγγελικό του πρόσωπο (Πράξ. στ' 15), ὥρμησαν μαινόμενοι ἐναντίον του καὶ τὸν λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου.

Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὁ Σωτῆρας Χριστὸς καὶ ὁ διάκονός Του Στέφανος ὑπῆρξαν θύματα ἑνὸς κατεστημένου, ρωμαϊκοῦ καὶ ἑβραϊκοῦ ἀντιστοίχως, ποὺ μισοῦσε τὴν ἀλήθεια, διότι αὐτὴ ἤλεγχε τὴν ἐκμεταλλευτική των συμπεριφορὰ σὲ βάρος τοῦ λαοῦ. Ὅπως ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες καὶ γενικῶς οἱ συνεχιστὲς τοῦ πολύπλευρου διακονικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας ἦρθαν σὲ σύγκρουση μὲ τὴν καταπιεστικὴ ἀντίθεη καὶ ἀντικοινωνικὴ ἐξουσία καὶ γι᾿ αὐτὸ εἴτε διώχθησαν σκληρὰ εἴτε θανατώθηκαν.

Βεβαίως εἰς πεῖσμα τῶν πάσης φύσεως καὶ παντὸς καιροῦ διωκτῶν «ἡ Ἐκκλησία πολεμουμένη νικᾷ». Πράγματι, στὴν περίπτωση ποὺ μελετοῦμε, τὸ πνεῦμα τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, παρ᾿ ὅτι ἀτόνισε, λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ποὺ ἀναφέραμε, ἐν τούτοις διατηρήθηκε στὰ κοινόβια μοναστήρια καὶ στὶς ἑλληνοορθόδοξες κοινότητες.

Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ χρειάζεται νὰ κάνωμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ συνεχιστὲς τοῦ πολύπλευρου ἔργου τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι νὰ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπὸ κάθε ξενικὴ καὶ ἀλλότρια ἐπίδραση, ὥστε νὰ βοηθήσωμε νὰ ἀναδείξῃ καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία μας πιστούς, ἠθικοὺς καὶ δικαίους διακόνους σὲ ὅλες τίς πτυχὲς τοῦ τρίπτυχου πνευματικοῦ, μορφωτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ της ἔργου.

Νὰ εἴμαστε, μάλιστα, ἰδιαιτέρως προσεκτικοὶ καὶ νὰ διαθέτωμε κριτικὸ πνεῦμα, ὥστε νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν πονηρία τῶν καιρῶν. Στὶς μέρες μας, λ.χ. ποὺ ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ γνωρίζει μεγάλη ἀνάπτυξη καὶ συμβάλλει ἔτσι σημαντικὰ στὴν κάλυψη τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν μας, ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ διάθεση βρίσκεται στὸ στόχαστρο γιὰ διαφόρους λόγους, συχνὰ καὶ ἀπὸ δική μας ἀβλεψία.

Χρειάζεται, συνεπῶς, νὰ διακρίνωμε μὲ νηφαλιότητα ἐὰν ἡ σημερινὴ πολεμικὴ σὲ βάρος τῆς κοινωνικῆς διακονίας στοχεύει πράγματι στὴν ἐξυγίανση τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου ἢ μήπως στὴν ἐκ νέου ὑποδούλωσή του στὸ σημερινὸ ἀντίθεο καὶ ἀντικοινωνικὸ κατεστημένο μὲ θλιβερὲς συνέπειες γιὰ ὅλους, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὸν ἁπλὸ καὶ πάντοτε δεινοπαθοῦντα λαό.

Ἕνας λόγος παραπάνω γιὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ ἀποκτήσῃ καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ κοινότητα δηλαδὴ τῶν πιστῶν, διακόνους σὰν τὸν Στέφανο, ποὺ θὰ ἀγωνίζωνται, «ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης», μὲ τόλμη, ὑπευθυνότητα καὶ σύνεση ἀλλὰ πρὸ πάντων μὲ συνεργασία γιὰ τὴν συνέχιση τῆς βιώσεως τῶν ἀρχῶν τῆς πολιτείας τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο.

Πάντως, ἕνα εἶναι βέβαιο, ὅτι «ὁ πρῶτος ἐν διακόνοις καὶ πρῶτος ἐν μάρτυσιν» Στέφανος, ὁ προστάτης τῆς κοινωνικῆς διακονίας, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ χαθῇ τὸ πνεῦμα τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, ἰδιαιτέρως στοὺς χαλεποὺς αὐτοὺς καιρούς, ἀλλὰ θὰ εὐλογῇ καὶ θὰ κατευοδώνη πάντοτε, διὰ πρεσβειῶν πρὸς τὸν Δεσπότη Κύριό Του, τόσο τὴν κοινωνικὴ διακονία ὅσο καὶ τίς ἄλλες πτυχὲς τοῦ ἔργου τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ σωτηρία πάντων τῶν ἀνθρώπων!
Ἀμήν!


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου