Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Ἅγιος Παΐσιος: Ἡ λανθασμένη συνείδηση


– Γέροντα, συχνὰ λέτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ προσέξη νὰ μὴ φτιάξη λανθασμένη συνείδηση. Πῶς δημιουργεῖται ἡ λανθασμένη συνείδηση;

– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναπαύη τὸν λογισμό του, καταπατᾶ τὴν συνείδησή του. Καὶ ὅταν ἀναπαύη τὸν λογισμό του γιὰ πολὺ καιρό, κάνει μιὰ ἄλλη, δική του, συνείδηση, μιὰ συνείδηση στὰ μέτρα του, δηλαδὴ μιὰ λανθασμένη συνείδηση. Τότε ὅμως δὲν ἔχει ἀνάπαυση μέσα του, γιατὶ ἀνάπαυση ἐσωτερικὴ δὲν μπορεῖ νὰ φέρη ἡ λανθασμένη συνείδηση. Βλέπεις, ἀκόμη καὶ ὅταν κάποιος κάνη ἕνα σφάλμα καὶ ὁ ἄλλος τοῦ λέη: «δὲν ἔφταιγες, τί στενοχωριέσαι;» ἢ κάνη ὅτι δὲν κατάλαβε τὸ σφάλμα του, πάλι ἀνάπαυση δὲν βρίσκει. 
 
Εἶναι μερικοὶ ποὺ πᾶνε μὲ τοὺς γκουροῦδες κ.λπ. καί, ὅταν καταλάβουν ὅτι δὲν πᾶνε καλά, ἔρχονται νὰ μὲ ρωτήσουν. Καὶ ἐνῶ τοὺς λέω κάτι, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσω, πάλι ἐπιμένουν: «Ὄχι, αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε εἶναι σωστό». «Καλά, ἀφοῦ εἶναι σωστὸ καὶ εἶσαι ἀναπαυμένος ἀπὸ αὐτὸ τὸ σωστό, γιατί ἔρχεσαι νὰ μὲ ρωτήσης;». Ἐνῶ δὲν ἀναπαύονται στὸ στραβό, ἐπιμένουν, προσπαθοῦν ἀπὸ ἐδῶ–ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ψευτοαναπαυθοῦν, ἀνάπαυση ὅμως ἀληθινὴ δὲν βρίσκουν.

– Μπορεῖ, Γέροντα, κανεὶς νὰ ζήση μὲ λανθασμένη συνείδηση σὲ ὅλη του τὴν ζωή;

– Ἅμα πιστεύη στὸν λογισμό του, μπορεῖ.

– Πῶς θὰ τὴν διορθώση;

– Ἂν σκέφτεται ταπεινά, ἂν δὲν ἔχη ἐμπιστοσύνη στὸν λογισμό του καὶ τὸν συζητάη μὲ τὸν πνευματικό.

– Μπορεῖ, Γέροντα, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη μιὰ εὐαισθησία, νὰ δημιουργήση λανθασμένη συνείδηση;

– Γιὰ νὰ δημιουργήση λανθασμένη συνείδηση, δὲν θὰ εἶναι καλὴ ἡ εὐαισθησία του. Τὸ ἕνα λανθασμένο θὰ δημιουργήση καὶ ἄλλο λανθασμένο. Μερικοί, ἐνῶ λένε: «ἐγὼ εἶμαι εὐαίσθητος», στοὺς ἄλλους φέρονται βάρβαρα καὶ τοὺς κατσαδιάζουν χωρὶς λόγο.

– Γέροντα, ἡ συνείδηση αὐτῶν ποὺ δικαιολογοῦνται ἔχει πιάσει πουρί;

– Αὐτὸς ποὺ δικαιολογεῖται ἔχει καὶ λίγο ἔλεγχο μέσα του· δὲν εἶναι ἀναίσθητος. Καὶ ὅταν κανεὶς δὲν εἶναι ἀναίσθητος, πονάει γιὰ τὸ σφάλμα του καὶ μετὰ ἔρχεται ἡ θεία παρηγοριά. Ἀλλά, ὅποιος φτιάξη λανθασμένη συνείδηση, φθάνει σὲ ἀναισθησία· αὐτὸς καυχιέται γιὰ τὸ ἔγκλημα. Ἔχω δεῖ ἀνθρώπους πού, ἐνῶ ἔχουν κάνει ἐγκλήματα, τὰ λένε μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ σοῦ τὰ παρουσιάζουν σὰν κατορθώματα. Γιατί, ἂν ἀναπτύξη κανεὶς λανθασμένη συνείδηση, αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς πώρωση, ἀλλὰ κάτι παραπάνω ἀπὸ πώρωση. 
 
Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, στὴν Κόνιτσα, ἦρθε ἕνας καὶ μοῦ λέει: «Θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ». 
 
«Δὲν εἶμαι ἱερεύς», τοῦ λέω. 
 
«Ὄχι, θέλω νὰ τὰ πῶ σ᾿ ἐσένα», μοῦ λέει. Ἦταν ἐκεῖ καὶ μερικὲς γυναῖκες ποὺ εἶχαν ἀνεβῆ νὰ προσκυνήσουν. «Καλύτερα νὰ φύγετε τώρα», τὶς λέω. 
 
«Ὄχι, τὶς λέει αὐτός, δὲν πειράζει, καθῆστε». Καὶ ἄρχισε νὰ διηγῆται τί ἔκανε στὰ νιάτα του: 
 
«Ὅταν ἤμουν νέος, εἶχα πάει νὰ μάθω τσαγκάρης, ἀλλὰ ὅλο νύσταζα, γιατὶ τὴν νύχτα πήγαινα μὲ μιὰ σπεῖρα καὶ ἔκλεβα. Στὴν περιοχή μας ἦταν ἕνας τσαούσης[1] καὶ μᾶς ἔλεγε: "Πᾶτε νὰ κλέψετε. Ἐγὼ θέλω δύο κριάρια. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἐσεῖς κλέψτε ὅ,τι θέλετε". 
 
Πηγαίναμε λοιπὸν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν, ἄφηνα τὴν κάπα κάτω, ἔδινα μιὰ στὰ σκυλιά, στὴν μασέλα, μὲ μιὰ βέργα ἀπὸ κρανιὰ ποὺ εἶχα μαζί μου, καὶ μπαίναμε μέσα. Κλέβαμε δυὸ κριάρια καὶ ὅσα ἀρνιὰ μπορούσαμε. Δίναμε τὰ κριάρια στὸν τσαούση καὶ κρύβαμε τὰ ἀρνιὰ στὸν στάβλο μας. Ὁ τσαούσης μᾶς ἔκλεινε ἀμέσως στὴν φυλακή. 
 
Τὰ ἀφεντικὰ ποὺ μᾶς εἶχαν δεῖ νὰ κλέβουμε, πήγαιναν τὸ πρωὶ στὴν ἀστυνομία καὶ ἔλεγαν: "Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε μᾶς ἔκλεψαν". "Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε; Μὰ αὐτοὶ εἶναι στὴν φυλακή. Γιατί τοὺς συκοφαντήσατε;". Δῶσ᾿ του ξύλο... 
 
Μιὰ φορὰ πήγαμε σὲ ἕνα κοπάδι ποὺ τὸ φύλαγε ἕνα βλαχάκι ψηλὸ μέχρι ἐκεῖ ἐπάνω μὲ τὸν πατέρα του. "Τώρα πῶς θὰ μποῦμε στὸ κοπάδι; Θὰ μᾶς πετάξουν σὰν τὰ σπιρτόξυλα", μοῦ λένε οἱ ἄλλοι. Παίρνω τότε τὸν γκρά[2], σημαδεύω τὸ βλαχάκι, καὶ μπάμ, σωριάζεται κάτω. Δένω καὶ τὸν πατέρα του σὲ μιὰ γκορτσιά... Πήραμε, πήραμε...». 
 
Καὶ τὰ ἔλεγε ὅλα αὐτὰ σὰν κατορθώματα, καὶ γελοῦσε! Ποῦ ὁδηγεῖ ἡ λανθασμένη συνείδηση!

Καὶ γνώρισα ἕναν ἀστυνομικὸ ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸ τμῆμα μεταγωγῶν καὶ ἔκλαιγε συνέχεια ὁ καημένος, γιατὶ εἶχε συνοδεύσει μιὰ φορὰ ἀπὸ τὴν μιὰ φυλακὴ στὴν ἄλλη κάποιον ποὺ τὸν πέρασαν μετὰ στρατοδικεῖο καὶ τὸν σκότωσαν, ἐπειδὴ εἶχε κάνει ἐγκλήματα πολλά. Ἔψαξε, βρῆκε τοὺς συγγενεῖς του καὶ τοὺς ζήτησε συγγνώμη, ἀλλὰ ἕνας ἀδελφός του, ποὺ ἦταν στὴν Ἀμερική, τοῦ ἀπάντησε: «Ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχαν σκοτώσει πιὸ νωρίς, γιατὶ θὰ γλύτωναν κάμποσοι ἄνθρωποι». Βλέπετε τί διαφορὰ ἔχει ἡ μιὰ κατάσταση ἀπὸ τὴν ἄλλη! Αὐτὸς θεωροῦσε ἔνοχο τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ἁπλῶς συνόδευσε κατόπιν ἐντολῆς τῆς ὑπηρεσίας του ἕναν ἐγκληματία, ἐνῶ ὁ ἄλλος διηγεῖτο τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκανε σὰν κατορθώματα καὶ καυχιόταν γι᾿ αὐτά!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Γ' «Πνευματικὸς ἀγώνας»
____________________________________

[1] Παλαιότερα ἀρχηγὸς ὁμάδος μὲ πολιτικοστρατιωτικὴ ἐξουσία.

[2] Ὀπισθογεμὲς τουφέκι παλαιοῦ τύπου.
 «Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου