Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑ 6 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020


Ὁ Ὅσιος Σισώης ὁ Μέγας 
 

Θεοῦ τεθνηκὼς πυξίῳ προσεγράφη,
Θείου Σισώης Πνεύματος τὸ πυξίον.
Βῆ δὲ Σισώης γῆθεν εἰς οὐρανὸν ἕκτῃ ἀμύμων.
 
Ἔλαμψε μὲ τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν φιλαδελφία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στὸ νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἕναν μόνο ἁμαρτωλό.
Μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν ἀναδείχτηκε ὀνομαστὸς καὶ μέγας, ἀθλητὴς τῆς πρώτης γραμμῆς, τύπος ἐγκράτειας, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ποὺ προσευχόταν γιὰ δικαίους καὶ ἀδίκους, πλούσιους καὶ φτωχούς, ἄρχοντες καὶ ἰδιῶτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ γενικὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
Στὴν γῆ ἦταν, ἀλλὰ ἡ ζωή του ἦταν οὐράνια. Ὑψωμένος πάνω ἀπὸ τὴ σάρκα, ποὺ χαλιναγωγοῦσε τέλεια μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν θεία κοινωνία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μνήμη του μένει ὑπόδειγμα σὲ ὅσους θέλουν τὴν ἀσκητικὴ ζωή, γιὰ νὰ εἶναι γνήσιοι καὶ πραγματικοὶ ἀσκητές, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀντοχὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴ λάμψη τῆς ἀρετῆς.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ' αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε, ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξα, καὶ καταλάμπων τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Σισώη· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἁμαρτίας ἀκάνθας κατεπυρπόλησας, τῷ πυρὶ ἐγκρατείας καὶ χαμευνίας στεῤῥᾶς, καὶ πρὸς φῶς τὸ νοητὸν, μετῆλθες ὅσιε. Ὅθεν Σισώη τοῖς χοροῖς, τῶν Ἀγγέλων συνοικεῖς, καὶ χαίρων ἀεὶ πρεσβεύεις, τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τῶν πίστει, ἐπιτελούντων τὴν σὴν μνήμην λαμπρῶς.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει ἄγγελος ἐν γῇ ὡράσθης, καταυγάζων Ὅσιε, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν, θεοσημείαις ἑκάστοτε· ὅθεν σε πάντες, Σισώη γεραίρομεν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν ἀσκητὴν τῆς ἐρημίας τὸν περίδοξον, Αἰγύπτου γόνον Ἀντωνίου τὸν συνόμιλον, καὶ ὡράϊσμα ἁπάντων τῶν μονοτρόπων, ταπεινώσεως τὸ σκεῦος τὸ πολύτιμον, τὸν Σισώην ἐν ᾠδαῖς ἀνευφημήσωμεν, ἀνακράζοντες· Χαίροις, Πάτερ τρισόλβιε.

Κάθισμα
Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τετρωμένος τοῦ Χριστοῦ τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐνασκήσεως τρίβους, περιχαρῶς διέδραμες Σισώη κλεινέ· ὅθεν καὶ διέλαμψας, ὡς ἀστὴρ φωτοφόρος, δαδούχων διδάγμασι, καὶ σοφία σου πάντας, τοὺς φοιτητάς σου σκεῦος ἐκλεκτόν, τῆς κατοικούσης, ἐν σοι θείας χάριτος.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Σαρκὸς τὰς ἡδονάς, ἐγκρατείας τῷ τόνῳ, ἐνέκρωσας σοφέ, ἀρετῶν ἐμμελείᾳ· διὸ ταῖς ἀναβάσεσιν, αὐξανόμενος ἄριστα, Πάτερ ἔφθασας, πρὸς τὴν οὐράνιον τρίβον, καὶ παρίστασαι, ἀεὶ Χριστῷ σὺν Ἀγγέλοις, Σισώη Πατὴρ ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελοι τὴν σεπτήν σου, πολιτείαν ἰδόντες, Σισώη ἐξεπλάγησαν ὄντως· ὡς ἀσώματος γὰρ ἐν τῇ γῇ, βιοτεύσας πᾶν χαμαιτυπὲς φρόνημα, εὐχόμενος ἐδίωξας· διὸ σοι ἐκβοῶμεν ταῦτα·

Χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ὑμνήθη·
χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ σατὰν ἐτρώθη.
Χαῖρε, Ἀντωνίου τοῦ θείου ὁμότροπος·
χαῖρε, τῶν ἐρήμου Ὁσίων ὁμόσκηνος.
Χαῖρε, ὕψος δυσθεώρητον ἀρετῶν πνευματικῶν·
χαῖρε, κῆπος εὐωδέστατος θεοσδότων δωρεῶν.
Χαῖρε, ἄνθος Αἰγύπτου ἀποπνέον σοφίαν·
χαῖρε, στῦλος τιμίας ἐν Χριστῷ πολιτείας.
Χαῖρε, κανὼν στεῤῥᾶς ἐνασκήσεως·
χαῖρε, λειμὼν ἐνθέου φρονήσεως.
Χαῖρε, γλυκὺ καὶ γαλήνιον ὄμμα·
χαῖρε, λαμπρὸν ταπεινώσεως στέμμα.
Χαίροις, Πάτερ τρισόλβιε.

Μεγαλυνάριον
Μνήμην τοῦ θανάτου διηνεκῶς, μελετῶν Σισώη, κατεμάρανας τὰς ὁρμάς, καὶ πρὸς ἀναβάσεις, αἰρόμενος μεγίστας, τοῦ οὐρανίου κάλλους, χαίρων ἀπήλαυσας

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Δειλιῶν καὶ τρέμων ὁ Ἀσκητής, τάφῳ Ἀλεξάνδρου, Βασιλέως ποτὲ τρανοῦ, τοῦ καιροῦ τὸ ῥέον, καὶ πρόσκαιρον τῆς δόξης, ἐξίσταται Σισώης, θαυμάζων καὶ θρηνῶν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Νέκρωσιν Σισώη ζωοποιόν, παθῶν τῇ ἐκδύσει, ἐνδυσάμενος ὁλικῶς, νεκροὺς ὡς ἐξ ὕπνου, τῷ ἱερῷ σου λόγῳ, ἐξήγειρας νεκρώσας, τὸν παναλάστορα.
 

Οἱ Ἅγιοι Λουκία ἡ Παρθενομάρτυς καὶ Ρῆξος Βικάριος οἱ Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴν Κομπανία 
 
 
Ιδούσα Pήξου την τομήν η Λουκία,
Oυ προς τομήν έρρηξε φωνήν δειλίας.
 
Ἡ Ἁγία Λούκια, συνελήφθη ἀπὸ τὸν Ρῆξο Βικάριο, ποὺ τὴν ἀνάγκαζε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Λούκια ὄχι μόνο δὲν πείστηκε, ἀλλὰ ὁδήγησε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸν Ρῆξο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο, ἀξιώθηκε μεγάλων τιμῶν καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕνα ἥσυχο σπίτι, ὅπου καταγινόταν μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Παρακάλεσε δὲ τὸν Ρῆξο νὰ πάει στὴν Κομπανία τῆς Ἰταλίας καὶ νὰ μαρτυρήσει ἐκεῖ γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ δὲ Ρῆξος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε γυναῖκα, παιδιά, πλοῦτο καὶ ὅλη τὴν κοσμικὴ δόξα, ἀναχώρησε μὲ τὴν Ἁγία.
Στὴν πόλη αὐτὴ συνελήφθησαν καὶ οἱ δυό. Μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα ὁμολόγησαν μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ γι’ αὐτὸ ἀποκεφαλίστηκαν. Μαζί τους ἀποκεφαλίστηκαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες.


Οἱ Ἅγιοι 24 Μάρτυρες
 
Eικάς τετάρτη Mαρτύρων έργον ξίφους,
Ώφθη υπέρ σού, Xριστέ δόξα Mαρτύρων.
 
Αὐτοὶ ἦταν μεταξὺ τῶν πολλῶν, ποὺ μαρτύρησαν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ, μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Λούκια καὶ τὸν Ἅγιο Ρῆξο. Τὰ ὀνόματά τους ἦταν τὰ ἑξῆς: Ἀνατολίας, Ἀντωνῖνος, Λυκίας, Νέας, Σερῖνος, Διόδωρος, Δίων, Ἀπολλώνιος, Ἄπαμος, Παππιανός, Κοττύιος, Ὄρωνος, Παπικός, Σάτυρος, Βίκτωρ καὶ ἄλλοι ἐννέα.


Ὁ Ὅσιος Ἀστεῖος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Δυρραχίου
 

Aστείος αρθείς εύρεν αστείον τέλος,
Oφθείς μελίσσαις βρώσις εγχρισθείς μέλι.
 
Ὁ Ἱερομάρτυς Ἀστεῖος, ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ καὶ ἡγεμονίας τοῦ Ἀγρικόλαου.
Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς πόλης τοῦ Δυρραχίου καὶ ἐπειδὴ δὲν θυσίασε στὰ εἴδωλα, ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα. Ἐκεῖνος πρόσταξε καὶ ἔδειραν χωρὶς ἔλεος τὸν Ἅγιο. Ὁ Μάρτυς ὅμως παρὰ τὰ μεγάλα βασανιστήρια, ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του.
Τότε οἱ δήμιοι μὲ ἐντολὴ τοῦ ἡγεμόνα τὸν γέμισαν μέλι καὶ τὸν κάρφωσαν σὲ ξύλινο σταυρό. Τὸ μαρτύριο πάνω στὸν σταυρὸ ἦταν πολὺ μεγάλο, μὲ δεδομένο ὅτι ἦταν καλοκαῖρι καὶ ἡ ζέστη μεγάλη. Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Ἅγιος Ἀστεῖος ἐνοχλούμενος ἀπὸ τὶς σφῆκες, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό.


Οἱ Ἅγιοι Φιλήμων, Ἄρχιππος καὶ Ὀνήσιμος οἱ Μάρτυρες
 
Ἅγιος Φιλήμων                    Ἅγιος Ἄρχιππος
 

Eις τον Φιλήμονα.
Σταυροί ψυχρόν φίλημα Xριστόν Φιλήμων,
Σταυροί δε και σε φίλτρον αυτού το ζέον.

Eις τον Άρχιππον.
Tην αρχικήν σοι των φρενών εξουσίαν,
Άρχιππε δείξον προς τα των ίππων θράση.

Eις τον Oνήσιμον.
Όνησιν εύρεν Oνήσιμος εκ ξίφους,
Λαβών το λαμπρόν της αθλήσεως στέφος.

 
Τὰ ὀνόματά τους συμπίπτουν μὲ τὰ ὀνόματα ἄλλων προσώπων ποὺ συναντᾶμε στὴν Καινὴ Διαθήκη. Εἶχαν καὶ αὐτοὶ τὴν ἴδια θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τέλεια ἀφοσίωση πρὸς τὸ Εὐαγγέλιό Του.
Ὅταν, λοιπόν, διατάχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, καὶ οἱ τρεῖς, μὲ μιὰ φωνή, ἀπάντησαν μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οὐδεὶς γὰρ ἠμῶν ἐαυτῶ ζῇ καὶ οὐδεὶς ἐαυτῶ ἀποθνῄσκει, ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν, ἐάν τε οὒν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Δηλαδή, κανεὶς ἀπὸ μᾶς ποὺ πιστεύουμε δὲ ζεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ κανεὶς δὲν πεθαίνει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Διότι καὶ ἂν ζοῦμε, ζοῦμε γιὰ νὰ δουλεύουμε στὸν Κύριο, καὶ ἂν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε ὑποτασσόμενοι στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἄν, λοιπόν, ζοῦμε καὶ ἂν πεθαίνουμε, εἴμαστε κτῆμα τοῦ Κυρίου.
Κάνοντας, λοιπόν, πράξη τὰ λόγια τους, πέθαναν καὶ οἱ τρεῖς μὲ μαρτυρικὸ θάνατο. Ὁ μὲν Φιλήμων μὲ σταύρωση, ὁ δὲ Ἄρχιππος ἀπὸ τραύματα, ποὺ ἔπαθε συρόμενος πίσω ἀπὸ ἕνα ἄγριο ἄλογο, μέσα σὲ πέτρες καὶ ἀγκάθια. Ὁ Ὀνήσιμος ἀποκεφαλίσθηκε μὲ ξίφος. (Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Φιλήμονος, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 6η Ἰουνίου).


Ὁ Ἅγιος Ἀπολλώνιος ὁ Μάρτυρας

Aπολλώνιος αμφιδεξίως έχει,
Aθλείν προς άμφω, προς θάλασσαν και φλόγα.
 
Μαρτύρησε ὡς ἕξης: ἀφοῦ τὸν ἔβαλαν μέσα σ’ ἕνα πλοῖο κατόπιν στ’ ἀνοιχτὰ τῆς θάλασσας, ἔβαλαν φωτιὰ στὸ πλοῖο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βρεῖ τραγικὸ θάνατο καὶ ὁ Ἀπολλώνιος, ποὺ ἐπίτηδες τὸν εἶχαν βάλει μέσα σ' αὐτό.
 

Ὁ Ἅγιος Ἀλεξανδρίων ὁ Μάρτυρας 
 
Aλεξανδρίων και κατωφερώς τρέχων,
Aνωφερώς υψούτο προς Θεόν Λόγον.
 
Μαρτύρησε ὡς ἕξης: ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν σ’ ἕναν τροχό, κατόπιν τὸν ἄφησαν νὰ κυλήσει μὲ δύναμη σὲ μία μεγάλη κατηφοριὰ καὶ ἔτσι ὁ Ἀλεξανδρίων, ποὺ ἦταν δεμένος στὸν τροχὸ βρῆκε τραγικὸ θάνατο.
 
Ὁ Ἅγιος Ἐπίμαχος ὁ Μάρτυρας  
 
Πλέον τι πάσχειν ήθελον και του ξίφους,
Έφασκε πάσχων Eπίμαχος εκ ξίφους.
 
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.



Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Εὐδοκίμου
 
 
Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Οσίου Ευδοκίμου στην Kωνσταντινούπολη. Για τον βίο του Οσίου Ευδοκίμου βλέπε στις 31 Ιουλίου.
 

Ὁ Ὅσιος Σισίνιος 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου. 


Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ὁσιομάρτυρας ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη
 
   
Μοναδική πηγή που διασώζει το Μαρτύριο και την ακολουθία του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου είναι το αθωνικό χειρόγραφο 347 της μονής Διονυσίου. Πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο σε λόγια γλώσσα και κατά πάσα πιθανότητα αυτόγραφο έργο του ανωνύμου συντάκτη του Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξύ του τέλους του 17ου και των αρχών του 18ου μ.Χ. αιώνος.

Σύμφωνα με το Μαρτύριό του ο Κύριλλος , το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Κυριακός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1544 μ.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέιος, καταγόταν από την επαρχία Πελαγονίας και διέμενε με την οικογένεια του στην περιοχή της ακροπόλεως της Θεσσαλονίκης.

Σε ηλικία δέκα ετών ο Κυριακός έμεινε ορφανός, με αποτέλεσμα να αναλάβουν την κηδεμονία του δύο θειοι του, συγγενείς της μητέρας του, εκ των οποίων ο ένας ήταν μωαμεθανός. Τελικά ο μωαμεθανός θειος του, ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του και τον έστειλε σε κάποιον επίσης μωαμεθανό βυρσοδέψη για να μάθει κοντά του να εξασκεί αυτό το επάγγελμα.

Ωστόσο ο Κυριακός, ακλουθώντας τις συμβουλές του άλλου θείου του, ο οποίος ήταν ευσεβής χριστιανός, αποφάσισε να εγκαταλείψει κρυφά το μωαμεθανό κηδεμόνα του και να ακολουθήσει κάποιους αγιορείτες μοναχούς, που κατά αγαθή συγκυρία βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία 14 ετών ο Κυριακός έφθασε στο Άγιο Όρος και εκάρη μοναχός στη μονή Χελανδαρίου, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Κύριλλος.

Ο Κύριλλος, επειδή ήταν μικρός στην ηλικία και δεν επιτρεπόταν η διαμονή του στη Μονή, ασκήτευσε επί οκτώ έτη σε κάποιο χελανδαρινό μετόχι και σε ηλικία 22 ετών ταξίδεψε μαζί με άλλους δύο χελανδαρινούς μοναχούς στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησε το χριστιανό θειο του. Κατερχόμενος από την περιοχή της Ακροπόλεως προς το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μαζί με τον εξάδελφό του - γιο του χριστιανού θείου του -, συνάντησε τυχαία το μωαμεθανό κηδεμόνα του, ο οποίος παρά την παρέλευση πολλών ετών, αναγνώρισε τον Κύριλλο. Φώναξε αμέσως και άλλους μουσουλμάνους για να συλλάβουν τον Κύριλλο με την κατηγορία ότι, ενώ πριν είχε ασπαστεί το μωαμεθανισμό, στη συνέχεια τον αρνήθηκε και εξόμωσε.

Ο Κύριλλος οδηγήθηκε αμέσως στον Τούρκο δικαστή της Θεσσαλονίκης, ο οποίος επιχείρησε να τον πείσει να εγκαταλείψει τη χριστιανική πίστη και να ασπαστεί το μωαμεθανισμό. Όταν διαπίστωσε πως η προσπάθειά του δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή σκοπεύοντας να εκφέρει την απόφαση του την επόμενη μέρα.

Την άλλη ημέρα ο Κύριλλος οδηγήθηκε και πάλι στο δικαστή, ο οποίος προσπάθησε για δεύτερη φορά να τον μεταπείσει με υποσχέσεις η με απειλές, αλλά όταν διαπίστωσε ότι η προσπάθειά του ήταν μάταιη, τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός. Ο Κύριλλος οδηγήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος των φανατισμένων τούρκων και των δημίων του στον τόπο της καταδίκης του, στο παλαιό βυζαντινό Ιπποδρόμιο της πόλεως, κοντά στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος μνημονεύεται στο συναξάριο της Ακολουθίας του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου για πρώτη φορά.

Ο Τούρκος ύπαρχος επιχείρησε για τελευταία φορά, όπως συνηθιζόταν, να μεταπείσει τον Κύριλλο, προσφέροντάς του υλικές ανέσεις και απολαύσεις, αλλά ο Κύριλλος της αρνήθηκε, λέγοντας πως για αυτόν μοναδικός πλούτος ήταν ο Χριστός. Κατόπιν τούτων ο έπαρχος έδωσε εντολή στους δημίους να ρίψουν τον Κύριλλο στην πυρά, η οποία αποτέφρωσε το σώμα του στις 6 Ιουλίου του 1566 μ.Χ.

Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η τελευταία πληροφορία που παρέχει το συναξάριο του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου:

«Επεί γαρ ήμελλε τη φλογί δαπανηθήναι το σύνολον, κυνών οστά τεθνηκότων εγείραντες, έστι δε και ους θνησιμαίους, τη πυρά εναπέρριψαν ένθεν τοι το μεν του μάρτυρος σώμα τω πυρί καταναλωθέν, ωσεί σποδός εγένετο...».

Τη μαρτυρία αυτή επιβεβαίωσε η ανακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, η οποία περιείχε υπολείμματα οστών και υφάσματος αναμειγμένα με τέφρα, και βρέθηκε στα θεμέλια του παλαιού ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης της Πλατείας Ιπποδρομίου το 1972 μ.Χ., μετά την κατεδάφισή του για την ανέγερση του νέου ναού στη θέση του. Ο συνδυασμός του σημαντικού αυτού ευρήματος με τη μαρτυρία του Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικά στην απόδοσή του στον Οσιομάρτυρα Κύριλλο το Θεσσαλονικέα.


Ἀπολυτίκιον
'Ηχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείον βλάστηµα, Θεσσαλονίκης, ώφθης Κύριλλε Όσιοµάρτυς, δια πυρός τον αγώνα τελέσας σου· όθεν εύρέσει των θείων λειψάνων σου, καθαγιάζεις τους πόθω τιµώντας σε. Αλλά πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ µακάριε, δωρήσασθαι ηµίν το µέγα έλεος.

Άγιος Palladius απόστολος της Σκωτίας 
 
 
Ο Άγιος Palladius (Παλλάδιος) ήταν κελτικής καταγωγής και υπηρετούσε ως διάκονος στη Ρώμη. Ο πάπας Κελεστίνος Α' (βλέπε 8 Απριλίου), εκτιμώντας τις ικανότητές του, τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονό του.

Ο αιρετικός Αγρικόλας, ένας από τούς κορυφαίους πελαγιανιστές, είχε αναστατώσει τότε με τα ψυχοφθόρα κηρύγματά του την Εκκλησία των Βρετανικών Νήσων. Ο Άγιος Παλλάδιος έπεισε τον πάπα να στείλει εκεί, το 429 μ.Χ., τους αγίους επισκόπους Γερμανό της Ωξέρ και Λούπο της Τρουά, οι οποίοι κατόρθωσαν να εξαφανίσουν την αίρεση με τη συστηματική και επίμονη ιεραποστολή τους.

Το 431 μ.Χ., δύο χρόνια μετά την άνοδο του Λόουνγκαιρ στο θρόνο του «υπέρτατου βασιλιά» της Ιρλανδίας -που λεγόταν τότε Σκότια- ο πάπας έστειλε τον Άγιο Παλλάδιο στην όμορφη νησιωτική αυτή χώρα της Β. Ευρώπης ως πρώτο επίσκοπο της, για να κηρύξει το ευαγγέλιο και να θεμελιώσει την τοπική Εκκλησία. Ο άγιος αποβιβάσθηκε στο Λάινστερ με δώδεκα συνοδούς, που θα τον βοηθούσαν στο ιεραποστολικό του έργο. Δυστυχώς όμως, δεν μπόρεσε να μείνει εκεί για πολύ. Στα τέλη του ίδιου χρόνου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ντάθι. Πρόλαβε ωστόσο, να βαπτίσει ευάριθμους Σκώτους (Ιρλανδούς) και να κατασκευάσει με τους συνεργάτες του τρεις ξύλινους ναούς. Φεύγοντας, άφησε πίσω του τέσσερις από τούς δώδεκα συντρόφους του (Αυγουστίνο, Βενέδικτο, Σίλβεστρο και Σολίνο), τα χειρόγραφά του, καθώς και τεμάχια αγίων λειψάνων. Τον ευαγγελισμό της χώρας πραγματοποίησε αργότερα, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, ο κατεξοχήν απόστολος της Ιρλανδίας άγιος Πατρίκιος (+ 461 μ.Χ.) (βλέπε 17 Μαρτίου).

Ο Άγιος Παλλάδιος στράφηκε προς τις βόρειες επαρχίες της Βρετανίας, όπου ζούσαν πολλοί Σκώτοι (Ιρλανδοί) μετανάστες και η ημιάγρια φυλή των Πικτών. Στην περιοχή αυτή, τη γνωστή και σήμερα ως Σκωτία, κήρυξε την ευαγγελική αλήθεια για δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια. Και ήταν τέτοια η επιτυχία του, ώστε, μολονότι ο χριστιανισμός είχε φτάσει εκεί από τον 2ο αιώνα μ.Χ., η τοπική παράδοση θεωρεί ως απόστολο και πρώτο επίσκοπο Σκωτίας τον άγιο Παλλάδιο.

Ο Άγιος Παλλάδιος απεβίωσε ειρηνικά το 450 μ.Χ.
 
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μάρτυρας  
 
Μαρτύρησε στὴ Σκυθούπολη μαζὶ μὲ ἄλλους 69 χριστιανούς.
 

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων τῆς Ἁγίας Ἰουλιανῆς τῆς Παρθένου ἀναπαυομένης ἐν τὴ Λαύρα τοῦ ἐν Κιέβῳ Σπηλαίου (Ρωσίδα)
 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
 
Ὁ Ὅσιος Σισώης (Ρῶσος, † 18ος αἰ.)
 
 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.  
 
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου