Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Ἰωάννης Λίτινας: Ὀρθόδοξο ἐγχειρίδιο διδασκαλίας τοῦ οἰκουμενισμοῦ μέ τήν «εὐλογία» τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου


Γράφει ὁ  Ἰωάννης Λίτινας 
 
Ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστικὸ ἐκδοτικὸ οἶκο «Regnum Books», [ὁ ὁποῖος εἶναι μέρος τοῦ διαχριστιανικοῦ Κέντρου Μελετῶν Ἀποστολῆς τῆς Ὀξφόρδης (OCMS)], μὲ τὴν συνεργασία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν» (ΠΣΕ), τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν» καὶ τῆς μεταπατερικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου, «λαθὸν ἐτέχθη» τὸ 2014 ἕνα ἐγχειρίδιο στὴν Ἀγγλική - ὕμνος στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Orthodox Handbook on Ecumenism - Resources for Theological Education» (Ὀρθόδοξο Ἐγχειρίδιο στὸν Οἰκουμενισμό - Πόροι γιὰ Θεολογικὴ Ἐκπαίδευση).
 
Τὸ ἐγχειρίδιο αὐτό, περίπου 1000 (!) σελίδων, προλογίζεται ἀνερυθρίαστα ἀπὸ τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ περιέχει χαιρετισμούς, ἄρθρα καὶ μελέτες -ὅλα ὑποστηρικτικὰ καὶ εὐλογοῦντα τὴν κατεγνωσμένη ὑπὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ- ἀπὸ τούς: Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιο, π. Ἀλκιβιάδη Καλύβα, π. Αὐγουστῖνο Μπαϊρακτάρη, π. Ἰουστῖνο-Ἰωάννη Κεφαλοῦρο, Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ἀθανάσιο Μπασδέκη, Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Ἀθανάσιο Παπαθανασίου, Γεώργιο Λεμόπουλο, Στυλιανὸ Τσομπανίδη, Αἰκατερίνη Πεκρίδου, Νικόλαο Ἀσπρούλη, Βασιλικὴ Σταθοκώστα, Γρηγόριο Λιάντα, κ.α.
 

Στὸν πρόλογο τοῦ πατριάρχη ποὺ παραθέτουμε κατωτέρω σὲ μετάφραση, διακρίνεται τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο βλασφημεῖται αὐτὸ τὸ Πανάγιον καὶ Πανακήρατον Σῶμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤτοι ἡ Μόνη, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς δῆθεν νὰ ἀναζητᾷ ἀπεγνωσμένα καὶ νὰ ἀπαιτεῖ τὴν ἕνωση καὶ κοινωνία μὲ τὴν πανσπερμία τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν ἀνὰ τὸν κόσμο, ὅπως αὐτὲς εἶναι, χωρὶς τὴν ἀποκήρυξη τῶν κακοδοξιῶν τους, «ἀνεξάρτητα ἀπὸ τίς δογματικὲς διαφορές», μέσα ἀπὸ ἀτέρμονους (προδοτικοὺς ἐνίοτε) διαλόγους.
 
Γιὰ τὸν Βαρθολομαῖο καὶ κάθε αἱρετικὸ οἰκουμενιστὴ τὸ παράδειγμα καὶ ἡ διδασκαλία τῶν θεοφόρων Πατέρων στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων εἶναι  «πρακτικὲς τοῦ παρελθόντος» ποὺ πρέπει «νὰ ἐγκαταλειφθοῦν» καὶ οἱ ἀγῶνες τους ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, εἶναι κακὲς «διαμάχες τοῦ παρελθόντος» ποὺ πρέπει «νὰ ξεπεραστοῦν». Ἡ μαρτυρία δέ, τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς αἱρετικούς, μὲ στόχο πάντοτε τὴν τελικὴ ἕνωση μαζί τους, ἡ ὁποία παραπλανητικῶς ἀποκαλεῖται «ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητάς τους».
 
Προσπαθῶντας νὰ ἀπενοχοποιήσει τὴν παναίρεση ὁ πατριάρχης καὶ νὰ τῆς προσδώσει ὀρθόδοξη χροιά, ἀποτολμᾷ νὰ διδάξει ὅτι «ὁ οἰκουμενισμὸς ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς χρόνους», καὶ οὕτως δὲν θεωρεῖ τὴν Ὀρθοδοξία ὡς τὴ Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ μέλος τῆς «Ἐκκλησίας» στὴν ὁποία συμμετέχει μέσῳ τοῦ «οἰκουμενικοῦ κινήματος».
 
Κατὰ τὴν πλανεμένη πίστη ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς προκατόχους του, οἱ αἱρέσεις εἶναι ἐξίσου Ἐκκλησίες, συγγενεῖς καὶ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Χριστοῦ, καὶ θεωροῦνται "συγκληρονόμοι, μέλη τοῦ ἴδιου σώματος καὶ κοινωνοὺς τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ".  Αὐτὸ ἄλλωστε ἐσφράγισε καὶ στὴ ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, 3 χρόνια μετά.
 
Ἀχόρταγος ἐραστὴς τῶν διαλόγων, οἱ ὁποῖοι μόνο προδοτικὲς ὑπογραφὲς ὀρθοδόξων ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ὡς καρπούς, παρουσιάζει αὐτοὺς ὡς μιὰ εὐαγγελικὴ ὑποχρέωση, ἀπαίτηση καὶ ὅραμα ποὺ ἂν δὲν ἐνεργοῦνται τότε «ἀγνοοῦμε» ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί «τοὺς γύρω μας» καὶ περιορίζουμε ἔτσι τὴν ἀόριστη «παγκόσμια ἀλήθεια». Ἄν ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πραγματοποιεῖ συνεχῶς διαλόγους εἶναι δεῖγμα ἀνεπίτρεπτου φόβου, «θὰ ἀποτύχει στὴν ἀποστολή της καὶ θὰ πάψει νὰ εἶναι ἡ "καθολικὴ" καὶ "οἰκουμενικὴ" Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, θὰ γίνει ἐσωστρεφὴς καὶ κλειστὴ στὸν ἑαυτό της, ἕνα "γκέτο" στὸ περιθώριο τῆς ἱστορίας».
 
Κατά τα ἀνωτέρω ἡ Ὀρθοδοξία πάλι, χρειάζεται τὴν ἐκκοσμίκευση ὥστε «νὰ ἑρμηνεύεται ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ὑπαρξιακῶν ἀναζητήσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀνθρωπότητας σὲ κάθε δεδομένη ἱστορικὴ περίοδο καὶ πολιτισμικὴ περίσταση»...
 
Καὶ αὐτὰ μόνο στὸν πρόλογο. Πόσα περισσότερα πλανεμένα ὑπάρχουν μέσα στὶς 1000 σελίδες αὐτοῦ τοῦ ἐγχειριδίου; Γιατί ἐνῶ βλασφημεῖται ἡ πίστη μας περὶ τὴν Ἐκκλησία, οἱ ὀρθόδοξοι σιωποῦμε;
 
Τί ἔχουμε ἐδῶ; Μία δημοσία, διαρκῆ, «γυμνὴ τὴ κεφαλὴ» κήρυξη τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ πλέον ἀπὸ κανένα ὀρθόδοξο πιστὸ καὶ μάλιστα ἀπὸ ὅσους ἐν Βορείῳ Ἑλλάδι μνημονεύουν ἀκόμα τὸν πατριάρχη ἀλλὰ καὶ τὸν οἰκουμενιστὴ μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιο. Ἄς ἀναλογιστοῦμε τί δέον γενέσθαι.
 
Ὁ πρόλογος σὲ μετάφραση (ἐπισημάνσεις μὲ ἔντονα δικές μας):
 
«Στὴν πρόσφατη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δύο πρῶτες δεκαετίες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα θεωροῦνται σίγουρα ὡς ἡ αὐγὴ τῆς μιᾶς νέας καὶ ἐλπιδοφόρας περιόδου στὶς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πρωτοποριακὲς πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ συμφιλίωση καὶ συνεργασία - μὲ κρίσιμες ἐγκυκλίους ποὺ δημοσιεύθηκαν τὸ 1902, τὸ 1904 καὶ τὸ 1920 - μαζὶ μὲ τὴν ἔκκληση τῆς Παγκόσμιας Ἱεραποστολικῆς Διάσκεψης τοῦ Ἐδιμβούργου γιὰ μιὰ κοινὴ χριστιανικὴ μαρτυρία στὸν κόσμο (1910), τὸ σχηματισμὸ τῆς Παγκόσμιας Συμμαχίας γιὰ τὴν προώθηση τῆς διεθνοῦς φιλίας μέσῳ τῶν Ἐκκλησιῶν (1914), καθὼς καὶ οἱ προπαρασκευαστικὲς διασκέψεις τῶν κινημάτων "Πίστη καὶ Τάξη" καὶ "Ζωὴ καὶ Ἐργασία" (1920) σηματοδότησαν ἀξιέπαινες προσπάθειες νὰ ἐγκαταλειφθοῦν πρακτικὲς τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ τεθοῦν τὰ θεμέλια τοῦ οἰκουμενικοῦ κινήματος. Αὐτὸ τὸ κίνημα ἔγινε ἀντιληπτὸ ὡς μιὰ προσπάθεια τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ πολλῶν ἀφοσιωμένων χριστιανῶν νὰ ξεπεράσουν τίς διαμάχες τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ διακρίνουν σημαντικοὺς παρονομαστὲς γιὰ τὴν κοινὴ μαρτυρία τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὴν ὑπηρεσία πρὸς τὸν κόσμο, προετοιμάζοντας ἔτσι τίς συνθῆκες ποὺ θὰ διευκόλυναν τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητάς τους.
 
Θὰ πρέπει, ὡστόσο, νὰ τονιστεῖ ὅτι παρόλο ποὺ ὁ ὅρος "Οἰκουμενικὴ Κίνηση" χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1920, προκειμένου νὰ προσδιοριστεῖ αὐτὴ ἡ θετικὴ ἐξέλιξη στὶς διεκκλησιαστικὲς σχέσεις, ἡ ἰδέα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ πρόσφατη ἐξέλιξη στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα, θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς χρόνους. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεώρησε ποτὲ τὸν ἑαυτό της ὡς αἵρεση ἢ ὁμολογία. Πάντα θεωροῦσε τὸν ἑαυτό της ὡς τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴ θεία παρουσία καὶ μαρτυρία στὸν κόσμο. Εἶναι αὐτὴ ἡ πραγματικότητα ποὺ ὁρίζει τόσο τὴν ἀναγκαιότητα ὅσο καὶ τὰ ὅρια τῆς δικῆς μας συμμετοχῆς στὸ οἰκουμενικὸ κίνημα.
 
Ἀπὸ τὴ μία πλευρά, βέβαια, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμὸς προέκυψε μέσα ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο, ὡς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειάς του νὰ παρουσιάσει μιὰ πιὸ συνεκτικὴ εἰκόνα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἐπιχειρῶντας νὰ ἐπανενώσει τὸ πλῆθος τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν στὴ βάση μιᾶς κοινῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀντίληψης. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὡστόσο, θὰ ἦταν ἐσφαλμένο νὰ ἀποδώσουμε τὴν πατρότητα τοῦ οἰκουμενισμοῦ μόνο στὸν προτεσταντικὸ καὶ ἀγγλικανικὸ κόσμο. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ οἰκουμενικοῦ κινήματος, καὶ εἰδικότερα τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, εἶναι πολὺ στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γενικὰ καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἰδικότερα.
 
Ἐξάλλου, θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ πρώτη συγκεκριμένη πρόταση γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς "ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ" προῆλθε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἡ ὁποία, μὲ τὴ γνωστὴ ἐγκύκλιό της τοῦ 1920, ὑποστήριξε ὅτι ἡ κοινωνία καὶ ἡ συνεργασία τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τίς δογματικὲς διαφορὲς ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα τίς χώριζαν. Ὅπως τόνισε κάποτε ὁ W.A. Visser't Hooft: "Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης χτύπησε τὸ καμπανάκι τῆς δικῆς μας συνάθροισης, διότι ἦταν ἀπὸ τίς πρῶτες στὴ σύγχρονη ἱστορία ποὺ μᾶς ὑπενθύμισε μὲ τὴν ἐγκύκλιό της τοῦ 1920 ὅτι ὁ κόσμος τῆς Χριστιανοσύνης θὰ ἦταν ἀνυπάκουος στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα της ἂν δὲν προσπαθοῦσε νὰ ἐκδηλώσει στὸν κόσμο τὴν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ". Ὅπως σημειώθηκε στὴν ἐγκύκλιο ἐκείνη ποὺ ἀπευθυνόταν "Πρὸς τίς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ": Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ἀναζωπυρωθεῖ καὶ νὰ ἐνισχυθεῖ μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὥστε νὰ μὴ θεωροῦν πλέον ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς ἄγνωστο ἢ ξένο, ἀλλὰ ὡς συγγενῆ καὶ μέλος τῆς οἰκογένειας τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὡς "συγκληρονόμους, μέλη τοῦ ἴδιου σώματος καὶ κοινωνοὺς τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ".
 
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἦταν πάντοτε πεπεισμένο γιὰ τὴν εὐρύτερη οἰκουμενική του εὐθύνῃ στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ ἔντονη αἴσθηση τῆς ὑποχρέωσης καὶ τῆς ἡγεσίας ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐμπνεύσει πολλαπλὲς πρωτοβουλίες, ὅπως οἱ ἄοκνες προσπάθειες τοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας παγκοσμίως, μιὰ προσπάθεια ποὺ συχνὰ ἦταν γεμάτη μὲ ἐθνικὲς ἐντάσεις καὶ πολιτικὲς διαιρέσεις. Πράγματι, ἡ συμμετοχὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὶς οἰκουμενικὲς συναντήσεις καὶ ἀνταλλαγὲς χρονολογεῖται τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν 16ο αἰῶνα μὲ τὴν ἀλληλογραφία "Ἄουσγκμπουργκ-Κωνσταντινούπολης", ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἐπικοινωνιῶν μεταξὺ λουθηρανῶν θεολόγων ἀπὸ τὸ Tübingen καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἰερεμία Β' ἀπὸ τὸ 1572 ἕως τὸ 1595. Ἄν καὶ δὲν ἦταν διάλογοι μὲ τὴν τυπικὴ ἔννοια, οἱ ἀνταλλαγὲς αὐτὲς ἦταν ὡστόσο ἐνδεικτικὲς τῆς γενικῆς φιλοσοφίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σὲ σχέση μὲ ἄλλες ἐκκλησίες καὶ ἄλλες θρησκεῖες.
 
Ἡ ἴδια φιλοσοφία ἐνέπνευσε ἐπίσης τὴν κατ᾿ ἀρχὴν ἐνθάρρυνσή μας γιὰ οἰκουμενικὲς συζητήσεις ἀπὸ ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ἐνῶ παράλληλα ἔδωσε τὸ ἔναυσμα καὶ τὴ βάση γιὰ πολλὲς διμερεῖς συζητήσεις μὲ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες. Πέρα ἀπὸ τίς ποικίλες συζητήσεις καὶ τίς συμφωνημένες δηλώσεις μεταξύ τῆς Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ πιὸ ἀποτελεσματικοὶ καὶ μέχρι σήμερα γόνιμοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους ἔχουν διεξαχθεῖ μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, τὴν Ἀγγλικανικὴ Κοινότητα καὶ τὴ Λουθηρανικὴ Παγκόσμια Ὁμοσπονδία. Πράγματι, ἀκόμη καὶ μὲ τὸ κόστος πολλῶν δυσφημίσεων γιὰ "προδοσία" τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας, ποτὲ δὲν περιορίσαμε αὐτὲς τίς δεσμεύσεις μόνο στὶς διάφορες χριστιανικὲς ὁμολογίες. Ἄλλωστε, στέκοντας, ὅπως συμβαίνει, στὸ σταυροδρόμι ἠπείρων, πολιτισμῶν καὶ θρησκευτικῶν κοινοτήτων, τὸ ὅραμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀγκάλιαζε πάντοτε τὴν ἰδέα καὶ τὴν εὐθύνη νὰ λειτουργεῖ ὡς γέφυρα μεταξὺ Χριστιανῶν, Μουσουλμάνων καὶ Ἑβραίων.
 
Γιατί συμμετέχουμε στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: ἐπειδὴ ἡ ἀποστολὴ καὶ τὸ ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἀπαιτοῦν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν εὐθύνη καὶ τὴν εὐκαιρία της νὰ "δώσει ἀπάντηση σὲ ὅλους, ποὺ μᾶς ζητοῦν νὰ δώσουμε τὸν λόγο γιὰ τὴν ἐλπίδα ποὺ ἔχουμε -καὶ νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ μὲ εὐγένεια καὶ σεβασμό". (Α Πέτρου 3:15) Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ ἀγνοοῦμε τὸν κόσμο γύρω μας- αὐτὸς ὁ κόσμος ἀπαιτεῖ τὴν παρουσία καὶ τὴ φωνή μας ὅπου μπορεῖ νὰ ἀκουστεῖ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ θεματοφύλακας μιᾶς παγκόσμιας ἀλήθειας, τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσουμε ἢ νὰ ἐγκλείσουμε μέσα στὶς ζῶνες τῆς ἄνεσής μας. Στὴν πραγματικότητα, καλούμαστε νὰ διακηρύξουμε τὴν πληρότητα αὐτῆς τῆς ἀλήθειας ἀκριβῶς ἐκεῖ ποὺ αἰσθανόμαστε ἄβολα.
 
Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, λοιπόν, ἡ Ὀρθοδοξία πρέπει νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ διάλογο μὲ τὸν κόσμο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν φοβᾷται τὸν διάλογο, διότι ἡ ἀλήθεια δὲν φοβᾷται τὸν διάλογο. Ἀντίθετα, ἂν ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι κλεισμένη στὸν ἑαυτὸ της... καὶ δὲν βρίσκεται σὲ διάλογο μὲ τοὺς ἔξω, θὰ ἀποτύχει στὴν ἀποστολή της καὶ θὰ πάψει νὰ εἶναι ἡ "καθολικὴ" καὶ "οἰκουμενικὴ" Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, θὰ γίνει ἐσωστρεφὴς καὶ κλειστὴ στὸν ἑαυτό της, ἕνα "γκέτο" στὸ περιθώριο τῆς ἱστορίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν φοβήθηκαν ποτὲ τὸν διάλογο μὲ τὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ τῆς ἐποχῆς τους, ἀντίθετα καλωσόριζαν ἀκόμη καὶ τὸν διάλογο μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς φιλοσόφους. Εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο ἐπηρέασαν καὶ μεταμόρφωσαν τὸν πολιτισμὸ τῆς ἐποχῆς τους καὶ μᾶς πρόσφεραν μιὰ πραγματικὰ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθοδοξία παραμένει πάντα σύγχρονη καὶ οἰκουμενική, ἀρκεῖ νὰ τὴν προωθοῦμε μὲ ταπεινότητα καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύουμε ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ὑπαρξιακῶν ἀναζητήσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀνθρωπότητας σὲ κάθε δεδομένη ἱστορικὴ περίοδο καὶ πολιτισμικὴ περίσταση.
 
Σήμερα, ἡ Ὀρθοδοξία καλεῖται νὰ συνεχίσει αὐτὸν τὸν διάλογο μὲ τὸν ἔξω κόσμο, προκειμένου νὰ προσφέρει μαρτυρία καὶ τὴ ζωογόνο πνοὴ τῆς πίστης της. Ὡστόσο, αὐτὸς ὁ διάλογος δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὸν ἔξω κόσμο ἂν δὲν περάσει πρῶτα ἀπὸ μέσα ἀπὸ ὅλους ἐκείνους ποὺ φέρουν τὸ χριστιανικὸ ὄνομα. Καὶ ἔτσι πρῶτα πρέπει νὰ συνομιλοῦμε ὡς χριστιανοὶ μεταξύ μας, νὰ ἐπιλύσουμε τίς διαφορές μας, ὥστε ἡ μαρτυρία μας στὸν ἔξω κόσμο νὰ εἶναι ἀξιόπιστη. Ἡ προσπάθειά μας γιὰ τὴν ὑπόθεση νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του "ὅλοι [δηλαδὴ οἱ μαθητές Του] νὰ εἶναι ἕνα, γιὰ νὰ πιστέψει ὁ κόσμος ὅτι ἐσὺ μὲ ἀπέστειλες". (Ἰωάν. 17,21) Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Κύριος νὰ ἀγωνιᾷ γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν Του καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν χριστιανῶν. Αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε προδοσία τῆς φιλαυτίας καὶ παράβαση τοῦ θελήματός Του.
 
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, χαιρετίζουμε ὁλόψυχα τὴν ἔκδοση αὐτοῦ τοῦ Πανορθοδόξου Ἐγχειριδίου γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ὁποῖο συντάσσεται στὸ πλαίσιο τῆς προετοιμασίας τῆς 10ης Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν στὸ Μπουσὰν τῆς Νότιας Κορέας φέτος (σ.σ. τὸ 2013). Εἶναι ἡ θερμὴ προσευχή μας ὅτι ὁ τόμος αὐτὸς θὰ ἀποκαταστήσει καὶ θὰ ἀναζωογονήσει τὸ οἰκουμενικὸ ὅραμα μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῆς νεότερης γενιᾶς, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ τὸ στηρίξουν καὶ νὰ τὸ ἐπεκτείνουν τὰ ἑπόμενα χρόνια.
 
Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, 3 Σεπτεμβρίου 2013
 
Μετὰ προσευχῶν δικός σας,
 
† BΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
 
Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης
καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης  »


Τὸ ἐγχειρίδιο στὸ πρωτότυπο:
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου