Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Λάμπρος Σκόντζος: Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
 
Ὁ ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀνήκει στὰ ἱερὰ ἐκεῖνα πρόσωπα ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ στενὸ κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Μάλιστα ἀναφέρεται  ὡς «ὁ μαθητὴς ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» (Ἰωάν.13,23).
 
Ἦταν γιὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώμης (Ματθ. 4,21. Μᾶρκ. 15,40) καὶ ἀδελφὸς τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου. Ἡ μητέρα τους ἦταν πιθανότατα συγγενής, ἴσως ἐξαδέλφη τῆς Θεοτόκου, ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ δυὸ ἀδελφοὶ ἀπόστολοι ἦταν κατὰ σάρκα ἐξαδέλφια τοῦ Κυρίου καὶ σ᾿ αὐτὸ ἴσως ἔγκειται ἡ οἰκειότητά τους μὲ Αὐτόν, ἰδιαίτερα τοῦ Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰάκωβο, ζοῦσαν μὲ τὴν οἰκογένειά τους στὴν Γαλιλαία καὶ διατηροῦσαν ἐπικερδῆ καὶ εὔρωστη ἁλιευτικὴ ἐπιχείρηση, ἔχοντας δικό τους πλοῖο καὶ ἐργάτες (Μᾶρκ. 1,20). 
 
Φαίνεται πὼς οἱ οἰκογένειά τους ἦταν εὔπορη. Αὐτὸ συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σαλώμη, ἡ μητέρα τους, ἦταν μιὰ ἀπὸ τίς μαθήτριες τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία τὸν ὑπηρετοῦσε ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων της (Λουκ. 8,3. Μᾶρκ. 15,40). Ἡ ἀγορὰ ἐπίσης τῶν πανάκριβων ἀρωμάτων γιὰ νὰ ἀλείψουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸ (Μᾶρκ. 16,1). Ὅτι ἐπίσης ὁ Ἰωάννης ἔλαβε τὴν μητέρα τοῦ Ἰησοῦ ὑπὸ τὴν δική του φροντίδα εἶναι ἔνδειξη οἰκονομικῆς ἀνέσεως τῆς οἰκογένειάς του. Φαίνεται ἐπίσης πὼς ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωάννη εἶχε καὶ κοινωνικὴ καταξίωση, διότι ἦταν γνωστὸς στὸν πανίσχυρο καὶ ἀπλησίαστο ἀρχιερέα Καϊάφα καὶ ἔτσι δυνήθηκε νὰ εἰσέλθει στὸ συνέδριο, ποὺ δίκαζε τὸν Ἰησοῦ μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο (Ἰωάν. 18,15).
 
Ὁ Ἰωάννης ἀπὸ μικρὸς ὑπῆρξε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Μὲ μεγάλη προσοχὴ ἄκουε ἀπὸ τὸν μεγάλο ἐρημίτη καὶ προφήτη τίς περὶ τοῦ Μεσσία προαγγελίες του. Ἐπιθυμοῦσε μὲ λαχτάρα νὰ ἔρθει στὶς μέρες του καὶ νὰ τὸν γνωρίσει. Κάποια μέρα ὁ Βαπτιστής, ἔχοντας μαζί του τοὺς δυὸ μαθητές του, Ἰωάννη καὶ Ἀνδρέα, εἶδε τὸν Ἰησοῦ νὰ βαδίζει κοντά. Τότε μαρτύρησε γι᾿ Αὐτὸν λέγοντας: «ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1,37). Ἀμέσως οἱ δυὸ μαθητὲς ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν ρώτησαν ποὺ μένει. Αὐτὸς τοὺς εἶπε: «ἔρχεσθε καὶ ἴδετε» (Ἰωάν. 1,40). Αὐτοὶ εἶδαν ποὺ μένει καὶ ἔμειναν μαζί Του ὅλῃ τὴν ἡμέρα. Ὁ Ἰωάννης συγκινήθηκε ἀφάνταστα ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση γι᾿ αὐτὸ πῆρε τὴ μεγάλη ἀπόφαση, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰάκωβο. Ἄφησαν τὴν ἁλιευτικὴ ἐπιχείρηση καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο (Μᾶρκ. 1,20).
 
Ὁ Ἰωάννης ἀνῆκε, ὅπως προαναφέραμε, στὸν στενὸ κύκλο τῶν τριῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συμπεραίνεται ὅτι ἦταν ὁ μικρότερος στὴν ἡλικία μαθητής του, σχεδὸν ἔφηβος. Ὁ ὑπέροχος χαρακτῆρας του, ἡ ὑπακοή του, ἡ πίστη καὶ ἡ ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο, εἶχαν ὡς συνέπεια νὰ εἶναι λίαν ἀγαπητὸς ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Ἐξ᾿ αἰτίας τοῦ σπάνιου αὐθορμητισμοῦ του ἐπονομάστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο Βοαναργὲς (= υἱὸς βροντῆς), ὅπως καὶ ὁ ἀδελφός του Ἰάκωβος. Κάποια ἡμέρα ὅταν διέρχονταν κάποια κώμη τῆς Σαμάρειας καὶ οἱ κάτοικοι δὲν τοὺς δέχτηκαν, ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ πέσει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τοὺς ἀφανίσει. Φυσικὰ ὁ Χριστός τοὺς ἀπάντησε πώς: «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματος ἐστὲ ὑμεῖς· ὁ υἱός του ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι» (Λουκ. 9,54).
 
Ὡς στενὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ εὐτύχησε νὰ δεῖ τὸ θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου (Ματθ. 17,1. Μᾶρκ. 9,2), τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Μᾶρκ. 5,35. Λουκ. 8,51) καὶ νὰ βιώσει τὴν ἀγωνία τοῦ Διδασκάλου Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ (Ματθ. 26,37. Μᾶρκ. 14,33). Μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο στάλθηκε νὰ ἑτοιμάσει τὸν Πασχάλιο Δεῖπνο (Λουκ. 22,8). Κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Δείπνου ἔπεσε στὸ στῆθος τοῦ Κυρίου, παρακαλῶντας Του νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ποιός εἶναι ὁ ὑποψήφιος προδότης μαθητὴς (Ἰωάν. 13,25). Βρῆκε τὸ θάρρος καὶ παρέστῃ στὴ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (Ἰωάν. 18,16) καὶ παραστάθηκε περίλυπος κάτω ἀπό τὸ σταυρὸ στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Εὐτύχησε ἐπίσης νὰ γίνει ὁ προστάτης τῆς Θεομήτορος κατὰ παράκληση τοῦ Ἐσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ἰωάν. 19,26). Ἀξιώθηκε νὰ εἶναι ὁ πρῶτος μαθητὴς ποὺ εἶδε τὸ κενὸ μνημεῖο (Ἰωάν. 20,2-4).
 
Τὸ ἄτοπο τῆς αἰτήσεως πρωτοκαθεδρίας στὴν ἐγκόσμιο βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐσφαλμένα τὴν φανταζόταν, προκάλεσε τὴν ἀγανάκτηση τῶν ἄλλων μαθητῶν, ὅμως ὅπως φαίνεται ἀμέσως  συνετίσθηκε (Μᾶρκ. 10,35).
 
Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ἔμεινε κατ᾿ ἀρχὴν στὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς σημαῖνον στέλεχος τῆς Ἐκκλησίας (Γαλ. 2,9). Μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο ποιοῦσαν, διὰ τοῦ Κυρίου ἐξαίσια θαύματα (Πράξ. 3,7). Στάθηκαν μὲ παρρησία ἀπέναντι στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ (Πράξ. 4,13-22). Ἀπεστάλῃ μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο στὴν Σαμάρεια νὰ κηρύξουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ (Πράξ. 8,14).
 
Ἀργότερα μετέβῃ στὴν Μ. Ἀσία, ὅπου κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο καὶ ἔγινε ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου. Τὸ 95 μ. Χ. κατὰ τὸν ἄγριο καὶ σκληρὸ διωγμὸ τοῦ ρωμαίου αὐτοκράτορα Δομετιανοῦ, ἐξορίσθηκε στὴν Πάτμο, ὅπου ἔγραψε τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Πέθανε σὲ βαθύτατο γῆρας περὶ τὸ 100 μ. Χ. στὴν Ἔφεσο. Κατὰ τὴν παράδοση, ὅταν πραγματοποιήθηκε ἀνακομιδὴ  δὲν βρέθηκε τὸ σεπτό του λείψανο. Ἡ Ἐκκλησία μας διδάσκει τὴν πίστη ὅτι μετέστῃ ἐνσώματος στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἡ μετάστασή του ἑορτάζεται στὶς 24 Σεπτεμβρίου καὶ ἐπίσης ἑορτάζεται ἡ μνήμη του στὶς 8 Μαΐου.
 
Ὁ Ἰωάννης ἔγραψε τὸ ὁμώνυμο Εὐαγγέλιο, τρεῖς Καθολικὲς Ἐπιστολὲς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνταγμένα στὴν Καινὴ Διαθήκη. Θεωρεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς τοῦ Θεοῦ Λόγου, δηλαδὴ τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος «σὰρξ ἐγένετο» (Ἰωάν. 1,14), προκειμένου νὰ λυτρώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας τὸν προσονόμασε Θεολόγο. Στὰ ἱερὰ συγγράμματά του εἶναι ἔκδηλη ἡ προτροπή του γιὰ ἀγάπη στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὴ δίδαξε ὁ Χριστός, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται ὁ  εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης. Τέλος ὁ Ἰωάννης θεωρεῖται καὶ προφήτης, διότι στὸ θαυμαστὸ βιβλίο του, τὴν Ἀποκάλυψη, προλέγει τὴν ὁλοκληρωτικὴ συντριβὴ τῆς δύναμης καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου καὶ  τὸν τελικὸ θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν πιστῶν Του.
 
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου