Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Άγιος Ιωάννης ο νέος ελεήμων


Ο τι­μώ­με­νος ὡς Ἅ­γιος το­πι­κός ἀ­πό τούς Πο­ντί­ους, π. Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης[1] γεν­νή­θη­κε στίς 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1836 στό χω­ριό Λω­ρί­α (Μού­ζε­να) τοῦ νο­μοῦ Τρα­πε­ζοῦ­ντος, ἀ­πό εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς τόν Τρι­αν­τά­φυλ­λο καί τήν Κυ­ρια­κή. Ἐ­πει­δή δέν ὑ­πῆρ­χε σχο­λεῖ­ο στήν πα­τρί­δα του ἔ­μα­θε ἀπό ἕναν ἐγγράμματο τά κοι­νά γράμ­μα­τα σέ ἕξι μῆ­νες, ὄντας πο­λύ εὐ­φυ­ής.

Σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό πα­τέ­ρα γι᾿ αὐ­τό ἀ­ναγ­κά­στη­κε πρός ἐ­ξεύ­ρε­ση ἐρ­γα­σί­ας νά ξε­νι­τευ­θῆ στά πα­ρά­λια τοῦ Πόν­του, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­ταν τόν χει­μῶ­να σέ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο καί τό κα­λο­καί­ρι σέ γε­ωρ­γι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­νυμ­φεύ­θη δέ­κα ἑ­πτά ἐ­τῶν κά­ποι­α σε­μνή καί εὐ­λα­βῆ νέ­α, ὀ­νό­μα­τι Ἑ­λέ­νη, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν υἱ­ό καί θυ­γα­τέ­ρες.

Κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι μέ τήν σύ­ζυ­γό του πή­γαι­ναν στό χω­ριό του μέ τά πό­δια. Στόν δρό­μο τούς συ­νάν­τη­σαν τρεῖς Ἄγ­γε­λοι μέ μορφή ἀν­θρώ­πων. Προ­πο­ρευ­ό­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Τόν κοί­τα­ξαν προ­σε­κτι­κά οἱ Ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά δέν τοῦ μί­λη­σαν. Με­τά συ­νάν­τη­σαν τήν σύ­ζυ­γό του καί ὁ ἕ­νας τῆς λέ­γει: «Οἱ χω­ρια­νοί σας πε­ρι­μέ­νουν νά γίνη ἱ­ε­ρέ­ας ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Ὁ δεύ­τε­ρος τῆς εἶ­πε: «Με­τά ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια θά ἀ­ξι­ω­θῆ­τε νά προ­σκυ­νή­σε­τε τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους», καί ὁ τρί­τος: «Με­τά τήν κοί­μη­σή του θά συ­να­ριθ­μη­θῆ μέ τούς Ἁ­γί­ους».

Ἡ Ἑ­λέ­νη ἐ­ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α: «Πῶς ἐ­σεῖς πού εἶ­στε ἄν­θρω­ποι γνω­ρί­ζε­τε τό μέλ­λον, τί θά γί­νει με­τά ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια;». Ἀ­πήν­τη­σαν: «Ἐ­μεῖς δέν εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι ἀλ­λά Ἄγ­γε­λοι τοῦ Θε­οῦ καί ἤρ­θα­με νά σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σου­με νά μήν ἀρ­νη­θῆ ὁ Ἰ­ω­άν­νης τό μυ­στή­ριο τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης». Ἐ­κεί­νη μέ φό­βο καί συγ­κί­νη­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄς γί­νη τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ».

Τό ἔ­τος 1870, σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ὁ Ἰ­ω­άν­νης προ­σκ­ληθείς στό μέ­γι­στον ἀξί­ω­μα τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης καί κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ή στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, κα­τά τήν Ἀγ­γε­λι­κή πρόρ­ρη­ση, χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τόν ἀ­εί­μνη­στο Μη­τρο­πο­λί­τη Χαλ­δί­ας Γερ­βά­σιον. Το­πο­θε­τή­θηκε ἐ­φη­μέ­ριος στό χω­ριό πού γεν­νή­θη­κε καί λει­τουρ­γοῦ­σε στίς Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί στό Μο­να­στή­ρι τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου (Λερ­μού­χου καί Ζαν­τοῦ). Ἄν καί ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ἀ­πό τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του καί τήν εὐ­φυ­ΐ­αν του ἔ­μα­θε πο­λύ κα­λά τήν τά­ξη τῶν Ἀ­κο­λου­θι­ῶν καί τά τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­πό τούς μο­να­χούς τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου Χου­του­ρᾶ.

Εἶ­χε χά­ρι­σμα στήν ὁ­μι­λί­α. Ὅ­ποι­ος μι­λοῦ­σε μα­ζί του ἔ­νι­ω­θε χα­ρά. Καί ὅ­ταν ἐ­κή­ρυτ­τε τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, οἱ λό­γοι του με­τέ­δι­δαν γλυ­κύ­τη­τα καί χά­ρη. Παρ᾿ ὅ­τι δέν εἶ­χε σπου­δά­σει, ἦταν σπου­δαῖ­ος ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας, γι᾿ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «νέ­ο Χρυ­σό­στο­μο».

Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε με­τά τήν χει­ρο­το­νί­α του στό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο καί προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται τήν ἀ­ρε­τή καί νά τη­ρῆ μέ ἀ­κρί­βεια τίς ἐ­ντο­λές τοῦ Θε­οῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Μο­λο­νό­τι ἦ­ταν μέ­τριος ἀ­πό ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἔ­τρε­φε τούς πει­να­σμέ­νους, ἔν­τυ­νε τά φτω­χά καί ὀρ­φα­νά καί φι­λο­ξε­νοῦ­σε τούς ξέ­νους στό σπί­τι του. Τούς φτω­χούς τοῦ χω­ριοῦ τούς βο­η­θοῦ­σε νά πλη­ρώ­νουν τούς φό­ρους. Γιά τό κα­λό τοῦ χω­ριοῦ ἔ­κα­νε δρό­μους, γέ­φυ­ρες καί βρύ­σες.

Τό 1877 λό­γῳ τοῦ ρωσ­σο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου ἔ­πε­σε πεῖ­να. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης, ὁ κα­λός ποι­μήν, φρόν­τι­σε νά μήν λεί­ψουν τά βα­σι­κά εἴ­δη δι­α­τρο­φῆς. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πι­στο­λές σέ γνω­στούς του πλου­σί­ους καί συγ­κέν­τρω­σε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα τά ὁ­ποῖ­α δι­έ­νει­με στούς φτω­χούς καί ἔ­τσι σώ­θη­καν ἀ­πό τήν πεῖ­να. Ἡ ἀ­ρε­τή καί οἱ φι­λαν­θρω­πί­ες του ἔ­γι­ναν γνω­στές στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Πόν­του καί οἱ ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «νέ­ον ἐ­λε­ή­μο­να».

Ὁ πατήρ εἶ­χε τό χά­ρι­σμα νά συμ­φι­λι­ώ­νη τούς ἀν­θρώ­πους πού εἶ­χαν ἔ­χθρα με­τα­ξύ τους. Ὡς εἰ­ρη­νο­ποι­ός ἔ­γι­νε τό εἰ­ρη­νο­δι­κεῖ­ον τῆς ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως. Ὅ­ταν με­μο­νω­μέ­να ἄ­το­μα ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρα χω­ριά πή­γαι­ναν στόν Μη­τρο­πο­λί­τη νά ἐκ­δι­κά­ση τίς δι­α­φο­ρές τους, αὐ­τός τούς πα­ρέ­πεμ­πε στόν π. Ἰ­ω­άν­νη λέ­γον­τας: «Πη­γαί­νε­τε σ᾿ ἐ­κεῖ­νον. Θά σᾶς συμ­βι­βά­σει ἐ­πει­δή εἶ­ναι σο­φός, ἔ­χει γλυ­κειά γλῶσ­σα καί θεί­α χά­ρι».

Καί ὄν­τως τούς εἰ­ρή­νευ­ε. Ἔρ­χο­νταν σάν ἐ­χθροί ζη­τώ­ντας ἐκ­δί­κη­ση καί ἔ­φευ­γαν σάν ἀ­δελ­φοί ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Ἦ­ταν ἐ­χθρός καί πο­λέ­μιος τοῦ μί­σους, τῆς ἐκ­δι­κή­σε­ως καί τῶν σκαν­δά­λων, ἀλλά φί­λος καί δι­δά­σκα­λος τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς εἰ­ρή­νης.

Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης εἶ­χε ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι ἀ­πό τήν θυ­γα­τέ­ρα του ἡ ὁποί­α πέ­θα­νε καί τό ἄ­φη­σε ὀρ­φα­νό. Ὅ­ταν πή­γαι­νε στό σχο­λεῖ­ο, κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­κα­νε μιά ἀ­τα­ξί­α καί ὁ δά­σκα­λος τό ἔ­δει­ρε μέ ρα­βδί καί μέ κλω­τσι­ές. Με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες τό ὀρ­φα­νό ἐγ­γο­νά­κι ­πέ­θα­νε. Ἄλ­λοι συγ­γε­νεῖς καί ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ ἤ­θε­λαν νά ἐκ­δι­κη­θοῦν τόν δά­σκα­λο καί νά τόν σκο­τώ­σουν. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἔ­κα­νε πολ­λή προ­σευ­χή. Στό δι­κα­στή­ριο ζή­τη­σε καί κα­τώρ­θω­σε νά εἰ­ρη­νεύ­ση τούς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νους συγ­γε­νεῖς καί νά βγά­λη ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τόν δά­σκα­λο. Ὡς παπ­ποῦς τοῦ πε­θα­μέ­νου ὀρ­φα­νοῦ πό­νε­σε, ἀλ­λά ὡς μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς κή­ρυ­κας τῆς ἀ­γά­πης, συγ­χώ­ρη­σε καί ἀ­πο­φυ­λά­κι­σε τόν δά­σκα­λο.

Τό ἔ­τος 1900 μα­ζί μέ τήν πρε­σβυ­τέ­ρα του ἀ­ξι­ώ­θη­καν νά προ­σκυ­νή­σουν στόν Πα­νά­γιο Τά­φο, στόν Γολ­γο­θᾶ καί στά πα­νά­για προ­σκυ­νή­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων. Ἔ­μει­ναν ἕ­ξι μῆ­νες καί ἐ­πέ­στρε­ψαν στό χω­ριό τους. Τό προ­σκύ­νη­μά τους ἔ­γι­νε τριά­ντα χρό­νια με­τά ἀ­πό τήν συ­νάν­τη­ση καί τήν πρόρ­ρη­ση τῶν Ἀγ­γέ­λων.

Ἡ κα­λή πρε­σβυ­τέ­ρα Ἑ­λέ­νη ἐ­κοι­μή­θη στίς 26–7– 1902. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης, ἀ­φοῦ ἐ­πί τριά­ντα τρί­α ἔ­τη ἐ­ποί­μα­νε θε­α­ρέ­στως τό λο­γι­κό του ποί­μνιο, ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου 1903, ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, καί ἐ­τά­φη στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος. Ἔ­φυ­γε κα­τά­φορ­τος ἀ­πό κα­λά ἔρ­γα τά ὁ­ποῖ­α τόν ἀ­κο­λου­θοῦν, καί ἄ­φη­σε πα­ρα­μυ­θί­α, στή­ριγ­μα καί θη­σαυ­ρό πο­λύ­τι­μο στούς πι­στούς τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο.

Με­τά τόν ἐν­τα­φια­σμό, μιά νύ­φη τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νου εἶ­δε τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς νά κα­τέρ­χε­ται στόν τά­φο του.

Ὕστε­ρα ἀ­πό τρί­α ἔ­τη, ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης πα­ρου­σι­ά­στη­κε σέ ὄνει­ρο σέ μιά γυ­ναῖ­κα ὀ­νό­μα­τι Πα­να­γί­λα καί τῆς εἶ­πε νά κά­νη μέ τόν ἀ­δελ­φό της τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του, γε­γο­νός πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στίς 7 Ὀ­κτω­βρί­ου 1906 ὡς ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν πῆ­γαν στό κοι­μη­τή­ριο, εἶ­δαν τόν π. Ἰ­ω­άν­νη νά στέ­κε­ται ἐ­πά­νω ἀ­πό τόν τά­φο του μέ τήν ἱ­ε­ρα­τι­κή του στο­λή καί νά δι­α­βά­ζη τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε σάν ἥ­λιος καί τούς προ­έ­τρε­ψε νά σκά­ψουν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τῆ πολ­λοί ἄν­θρω­ποι, ἔ­βλε­παν τήν Πα­να­γί­λα νά μι­λά­η ἀλ­λά δέν ἔ­βλε­παν μέ ποι­όν μι­λᾶ καί τήν θε­ώ­ρη­σαν γιά τρελ­λή.

Ὅταν βρῆ­καν τά λεί­ψα­να τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νου, εἶ­δαν τά δυ­ό του χέ­ρια νά εἶ­ναι ἄ­φθο­ρα. Ἔκλα­ψαν ἀ­πό χα­ρά καί συγ­κί­νη­ση, τά προ­σκύ­νη­σαν καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν γιά τήν ἁ­γι­ό­τη­τά του δο­ξά­ζο­ντας τόν Θε­ό.

Τό γε­γο­νός ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα γνω­στό στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Χαλ­δί­ας. Κά­θε μέ­ρα κα­τέ­φθα­ναν πλή­θη ἀν­θρώ­πων, χω­ριά ὁ­λό­κλη­ρα μέ τούς ἱ­ε­ρεῖς, ἀ­κό­μη καί Τοῦρ­κοι ἀ­γά­δες, γιά νά προ­σκυ­νή­σουν τά ἅ­για λεί­ψα­να φέρ­νο­ντας λά­δια καί κε­ριά ὡς δῶ­ρα στόν Ἅ­γιο. Ἔ­λε­γαν οἱ Τοῦρ­κοι: «Αὐ­τός ὁ πα­πάζ ἐ­φέν­της καί ζών­τας ἅ­γιος ἦ­ταν καί με­τά τόν θά­να­τό του φα­νε­ρώ­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἄν τοῦ κτί­σε­τε Ἐκ­κλη­σί­α καί ἐ­μεῖς θά προ­σφέ­ρου­με».

Ἔ­γι­ναν τό­τε καί θαύ­μα­τα. Πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς θε­ρα­πεύ­τη­καν. Κά­ποιος νέος εἴ­κο­σι ἐτῶν ἀπό τήν πό­λη Μι­χα­ή­λο­βα κον­τά στήν Τι­φλί­δα τοῦ Καυ­κά­σου, πού εἶ­χε τρελ­λα­θῆ, τόν εἶ­χαν δε­μέ­νον, γιά νά μήν προ­ξε­νή­ση κα­κό στόν ἑ­αυ­τό του ἤ σέ ἄλ­λους. Τόν πῆ­γαν σέ πολ­λούς για­τρούς, σέ μά­γους, σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί τέ­λος χω­ρίς νά θε­ρα­πευ­θῆ τόν ἔ­κλει­σαν σέ φρε­νο­κο­μεῖ­ο τῆς Τι­φλί­δος. Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

Μιά Ἀρ­με­νι­κή οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­χε μο­να­χο­παί­δι δώ­δε­κα ἐ­τῶν, ἄ­φω­νο ἐ­πί τέσ­σε­ρα ἔ­τη, ἐ­ξ αἰ­τί­ας φό­βου. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν κομ­μου­νι­στής καί τό παι­δί του τό πῆ­γε γιά ἐ­ξε­τά­σεις στό Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Τι­φλί­δος ἀλ­λά χω­ρίς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν πι­στή χρι­στια­νή καί κρυ­φά ἀ­πό τόν ἄν­δρα της τό πή­γαι­νε σέ πολ­λές Ἐκ­κλη­σί­ες ἀλ­λά δέν θε­ρα­πεύ­θη­κε τό παι­δί. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τό πα­ρα­πά­νω θαῦ­μα, μέ πί­στη καί εὐ­λά­βεια ζή­τη­σε χῶ­μα ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, τό δι­έ­λυ­σε σέ νε­ρό, πό­τι­σε μέ αὐ­τό τό ἄ­φω­νο παι­δί της καί ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά μι­λᾶ. Μέ χα­ρά με­γά­λη ἡ μη­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ ἀ­νήγ­γει­λε τό θαῦ­μα στόν ἄ­θε­ο ἄν­δρα της καί κή­ρυ­ξε τήν χρι­στι­α­νι­κή της πί­στη. Τό­τε καί ὁ σύ­ζυ­γός της πί­στε­ψε καί με­τα­νοιω­μέ­νος εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό.

Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου ἦρ­θαν πρό­σφυ­γες στήν Ἑλ­λά­δα καί ἔ­φε­ραν μα­ζί τους τό χέ­ρι καί τήν κά­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου. Τά λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου συ­νε­χί­ζουν νά θαυ­μα­τουρ­γοῦν.

Ἡ Ἀ­να­στα­σί­α, ἐγ­γο­νή τοῦ Ἁγί­ου, δι­η­γή­θη­κε: «Κα­τά τό 1930 ἀρ­ρώ­στη­σε κά­ποι­ος για­τρός γνω­στός μιᾶς φί­λης μου ἐ­δῶ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­χαν πα­ρα­λύ­σει τά χέ­ρια του καί οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι για­τί ἦ­ταν νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α, πε­ρί­που τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν. Τόν πῆ­γαν σέ πολ­λούς για­τρούς καί σέ Ἐκ­κλη­σί­ες ἀλ­λά δέν βρῆ­κε θε­ρα­πεί­α. Ὅ­ταν ἀ­πό τήν φί­λη μου ἔ­μα­θε γιά τά λεί­ψα­να τοῦ παπ­ποῦ μου ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ζή­τη­σε νά τά προ­σκυ­νή­ση. Τόν σταύ­ρω­σα μέ τήν ἁ­γί­α χεῖ­ρα καί τό­τε ὁ ἄρ­ρω­στος κί­νη­σε τά πα­ρά­λυ­τα χέ­ρια του, πῆ­ρε τά ἅ­για λεί­ψα­να καί τά ἔ­σφιγ­γε στό στῆ­θος του μέ με­γά­λη πί­στη, εὐ­χα­ρι­στών­τας τόν Θε­ό καί τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη γιά τήν θε­ρα­πεί­α».

Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος Ἅ­γιος ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καί κα­τα­χω­ρημέ­νος στά βι­βλί­α τῶν το­πι­κῶν ἁ­γι­ο­λο­γί­ων τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Ἡ μνή­μη του τι­μᾶ­ται στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου (κοί­μη­ση) καί στίς 7 Ὀ­κτω­βρί­ου (ἀ­να­κο­μι­δή). Ὑ­πάρ­χει ἀ­σμα­τι­κή ἀ­κο­λου­θί­α του ἀ­γνώ­στου ὑ­μνο­γρά­φου. Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Ρο­δο­πό­λε­ως Λε­όν­τιος Χου­του­ρι­ώ­της (1844–1926) ἐρ­γά­σθη­κε γιά τήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς ἐ­τή­σιας μνή­μης του στήν Χαλ­δί­α.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Α΄» 
______________________________
 
[1]. Δυ­στυ­χῶς λί­γα εἶ­ναι τά στοι­χεῖ­α πού γνω­ρί­ζο­με γιά τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη, τόν νέον ἐλε­ή­μο­να. Δι­α­σώ­θη­καν ἀ­πό τόν ἐγ­γο­νό του Σπυ­ρί­δω­να Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δη σέ χει­ρό­γρα­φες ση­μει­ώ­σεις σέ γλῶσ­σα κα­θα­ρεύ­ου­σα. Ὁ Σπυ­ρί­δων εἶ­χε χρη­μα­τί­σει δά­σκα­λος στήν Τρα­πε­ζοῦν­τα καί ἐ­κοι­μή­θη τό 1942 στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ὁ γυι­ός του Ἰ­ω­άν­νης τά ἔ­δω­σε στόν κ. Κλη­μεν­τί­δη Πα­να­γι­ώ­τη καί ἐ­κεῖ­νος μᾶς τά πα­ρα­χώ­ρη­σε. Τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με.
 
«Πᾶνος» 

2 σχόλια:

  1. Θα μείνω σε ένα σημείο στον βίο του Αγίου Ιωάννη του νέου ελεήμων:
    Στό δι­κα­στή­ριο ζή­τη­σε καί κα­τώρ­θω­σε νά εἰ­ρη­νεύ­ση τούς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νους συγ­γε­νεῖς καί νά βγά­λη ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τόν δά­σκα­λο.
    Ὡς παπ­ποῦς τοῦ πε­θα­μέ­νου ὀρ­φα­νοῦ πό­νε­σε, ἀλ­λά ὡς μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς κή­ρυ­κας τῆς ἀ­γά­πης, συγ­χώ­ρη­σε καί ἀ­πο­φυ­λά­κι­σε τόν δά­σκα­λο.

    Βλέπουμε ότι όχι μόνο τον συγχώρεσε αλλά έγινε και ο αίτιος να αποφυλακιστεί ο φονιάς του εγγονού του.
    Η συγχώρηση φαίνεται πάντοτε στην πράξη.
    Γιατί δυστυχώς συγχωρούμε μόνο με τα λόγια αλλά στην πράξη δείχνουμε το αντίθετο.

    Δεν νοείται Χριστιανός που να μην συγχωρεί.
    Δεν μπορούμε να προσευχόμαστε καθημερινά και να παρακαλάμε τον ουράνιο Πατέρα μας:
    Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν,
    ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν.

    Και στην πράξη να κάνουμε άλλα.

    Και όταν συγχωρούμε τον συνάνθρωπό μας, πρωτίστως κάνουμε καλό στον ίδιο τον εαυτό μας και μετά στον άλλον.
    Αμέσως έρχεται η ειρήνη και η γαλήνη μέσα μας.
    Όταν δεν συγχωρούμε τον αδερφό μας και έχουμε μνησικακία τότε δεν μπορούμε να ησυχάσουμε λεπτό, η ταραχή και η εκδίκηση είναι μόνιμα φωλιασμένη στο μυαλό μας και δεν μας αφήνει λεπτό σε ησυχία.
    Όλο το βράδυ στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι, θυμόμαστε το κακό που μας έκανε και ζητούμε ανταπόδοση, δηλαδή πώς να τον εκδικηθούμε.
    Ενώ ο φταίχτης κοιμάται, εμείς δεν κλείνουμε μάτι όλο το βράδυ.

    Όταν πάρουμε την ηρωική απόφαση να τον συγχωρέσουμε στην κυριολεξία θα γίνουμε άλλοι άνθρωποι, αμέσως θα έρθει η γαλήνη και η ηρεμία μέσα μας.
    Και αυτό συμβαίνει γιατί μας επισκιάζει η Χάρις του Θεού.

    Θα συνεχίσω..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όλοι οι Άγιοι ανά τους αιώνας έχουν ένα κοινό γνώρισμα, ενώ βλέπουμε ότι ο καθένας έχει το δικό του διαφορετικό συναξάρι, ποιο είναι το γνώρισμα αυτό;

    Η άμετρη αγάπη τους στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό.
    Και αυτήν η αγάπη που πλημμυρίζει την καρδιά τους εκδηλώνεται σε όλους τους αδερφούς τους.

    Ακούμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς λέει: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί».

    «Ἀνατέλει τὸν ἥλιον ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς».

    Αυτήν η εντολή είναι ο οδοδείκτης τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς.

    Τὴν ἀγάπη, γιὰ φίλους καὶ ἐχθρούς.
    Τὴν εὐσπλαχνία, γιὰ κάθε ἄνθρωπο.
    Τὴν συμπόνια στὶς δυστυχίες καὶ στὶς ἀνάγκες του.

    Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν μας είπε να μην έχουμε εχθρούς, αλλά μας είπε να τους συγχωρούμε και να τους ελεούμε.

    Γιατί πρώτον τον Κύριό μας Ἐμίσησάν με δωρεάν.
    Τον μίσησαν, χωρίς καμιά αἰτία καί κανένα λόγο αλλά από φθόνο.

    Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τὸ κείμενο, τονίζει:
    «Ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς ἐξισώνει μὲ τὸν Θεὸ εἶναι «τῷ ἐλεεῖν καὶ οἰκτείρειν».
    Ὁ Κύριος δὲν εἶπε, ὅτι ἐὰν νηστεύετε ἢ προσεύχεσθε θὰ γίνεται ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα μου...ἀλλὰ τί πρέπει νὰ κάνετε;
    Νὰ γίνετε οἰκτίρμονες».

    Μάλιστα, πλησιάζουμε περισσότερο τὸν Θεό μας καὶ Κύριο, ὅταν στὴν καθημερινή μας ζωή, σὲ κάθε περίπτωση, ποὺ θὰ μᾶς συμβεῖ ἢ, ποὺ ἐμεῖς δημιουργοῦμε, δείχνουμε «σπλάγχνα οἰκτιρμῶν πρὸς πάντας».
    Σὲ συγγενεῖς, φίλους ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη.

    Ὁ πραγματικὰ οἰκτίρμων ἄνθρωπος δὲν ξεχωρίζει πρόσωπα.
    Δὲν εἶναι στοὺς μὲν οἰκτίρμων καὶ στοὺς δὲ ἀνοικτίρμων.
    Ἀλλὰ σὲ ὅλους ἀγωνίζεται νὰ δείξει τοὺς οἰκτιρμούς, τὴν ἀγάπη του, γιατί τὸ πιστεύει βαθιὰ, ὅτι ἔτσι μόνο ἀκολουθεῖ τὰ ἴχνη τοῦ πανοικτίρμονος Θεοῦ.

    Ἔτσι, μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας αὐτὴ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, ὁ Παράδεισος γίνεται ζωντανὴ ἐλπίδα καὶ πραγματικότητα. Αμήν.






    ΑπάντησηΔιαγραφή