Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

Ἀριστείδης Π. Δασκαλάκης: «Ἦταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρoς Θεός;».


«Πρεσβύτατον τῶν ὄντων Θεός, ἀγέννητον γάρ· μήτε ἀρχὴν 
ἔχον μήτε τελευτήν» (Θαλῆς)

Μᾶς λέει ὁ Θαλῆς, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄναρχος, ἀΐδιος καὶ ἀθάνατος. Τὸν 6ο αἰῶνα π.Χ. Εἶναι ὁ σπερματικὸς λόγος ποὺ φύτευσε ὁ Θεὸς στὴν ψυχὴ τοῦ κατ᾿ εἰκόνα Του, πλάσματός Του.

Στὴν ἐποχὴ μας βέβαια, ὑπάρχει ἡ τάση στὴν πατρίδα μας κάποιων πλανεμένων μυαλῶν, νὰ ἀσπάζονται ἰδέες καὶ θρησκεῖες ἄλλων ἐποχῶν. Εἶναι οἱ λεγόμενοι νεοπαγανιστές. Δὲν εἶναι ὀπαδοὶ αἱρέσεων χριστιανικῶν ἀλλὰ ἄκουσον ἄκουσον, τοῦ δωδεκάθεου. Καὶ διαφόρων ἄλλων παρακλαδιῶν του.

Αὐτὴ ἡ νέα λατρεία, ἔχει γεννηθεῖ πάλι ὡς ἕνα κακέκτυπο τῆς ἀναβίωσης τῶν Ἑλληνικῶν ἰδεωδῶν. Καὶ τὴν πρεσβεύουν καὶ Ἕλληνες βουλευτὲς ἢ πρώην βουλευτὲς περίεργων νεοναζιστικῶν κομμάτων.

Οὐσιαστικὰ ἡ ἀγάπη (πάλι ἡ ἀγάπη κακοποιεῖται) πρὸς τὸν Ἑλληνισμό, ἐξοβελίζει τὸ Βυζάντιο, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν Ἐθνικῶν, τῶν Ἑλλήνων, τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὸν ἴδιο το Χριστὸ καὶ ἀποδέχεται μόνο τὴν ἐπίσημη θρησκεία τῶν ἀρχαίων. Ἀπορρίπτει καὶ τὰ ἐρείσματα τῆς ἐποποιίας του 1821 καὶ τοῦ ‘40.

Καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ νοσηρὸ θαυμασμό, δὲν γλύτωσε οὔτε ὁ μέγας στρατηλάτης. Ὁ παγκόσμιος στρατηγός. Ὁ Ἀλέξανδρος. Θεοποιήθηκε καὶ κακοποιήθηκε.


Κι αὐτὸ ἐπειδὴ τὰ μεγάλα ἐπιτεύγματα τῶν Ἑλλήνων, ἔλαβαν χώρα ἐκείνη τὴν ἐποχή.

Βέβαια οἱ πρωταγωνιστές τους (τῶν ἐπιτευγμάτων) γελοῦσαν μὲ τὸ δωδεκάθεο, μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ δὲν ἔχαναν εὐκαιρία νὰ τὸ δηλώσουν. Τὸ ἔβλεπαν μὲ σκωπτικὴ διάθεση.

Κάποιοι λοιπὸν κατακαημένοι ἀναζητητὲς τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ μεγαλείου, μπολιασμένοι μὲ μῖσος ἐναντίον τοῦ Ἑβραϊσμοῦ καὶ ἄλλων ἐθνοτήτων, πιστεύουν ὅτι ἔτσι -προσκυνῶντας τὸ Δία μὲ τὴν παρέα του καὶ θεοποιῶντας κι ἄλλους ἐπιφανεῖς Ἕλληνες τῆς ἀρχαιότητας -θεμελιώνουν «ὅπως πρέπει» τὴ φιλοπατρία τους.

Κι ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι σοφοὶ γελοῦσαν μὲ αὐτά, ἐμπαίζοντας τοὺς ἐνοίκους τοῦ Ὀλύμπου, οἱ σύγχρονοι δωδεκαθεϊστὲς ἀπορρίπτουν τὴ σοφία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας καὶ μένουν συντροφιὰ μὲ τὰ ἀπολειφάδια τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πνεύματος.

Ξεχνοῦν ὅτι τεράστιο μέρος τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας διεσώθει ἀπ᾿ τὸ ράσο. Τὸ χριστιανικὸ ράσο.

Στὰ μεγάλα μοναστικὰ κέντρα στὸ Βυζάντιο λειτουργοῦσαν ἐργαστήρια ὅπου μοναχοὶ ἀντιγραφεῖς δούλευαν ἀναπαράγοντας χειρόγραφα γιὰ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν βιβλιοθηκῶν. Ἡ ἀπασχόληση αὐτή, μαζὶ μὲ ἄλλες ἀσχολίες, πνευματικές, καλλιτεχνικές, χειρωνακτικές, συνιστοῦσε μέρος τῆς μοναστικῆς ζωῆς μέσα στὸν κύκλο τῆς καθημερινῆς ἐναλλαγῆς προσευχῆς καὶ ἐργασίας. Μὲ τὸν καιρό, στὰ μοναστήρια συγκεντρώνονται καὶ ἀντιγράφονται, ἐκτὸς ἀπὸ λειτουργικὰ καὶ θεολογικά, ἐπίσης χειρόγραφα κοσμικά. 

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ λαμπρὰ παραδείγματα, ἡ μονὴ Στουδίου, ποὺ ἦταν ἕνα μεγάλο κέντρο μιᾶς σημαντικῆς μεταρρυθμιστικῆς, ἀσκητικῆς καὶ πνευματικῆς κινήσεως, στὴν ὁποία ὁ Θεόδωρος Στουδίτης τὸν 9ο ἤδη αἰῶνα εἶχε φροντίσει νὰ συγκεντρώσει τέτοιας λογῆς κείμενα.

Ἔτσι διεσώθει μεγάλο μέρος τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας (ἀκόμα καὶ ὁ Ἀριστοφάνης).

Τὴν ὁποία βέβαια αὐτοί, οἱ νοσταλγοὶ τῶν «Ὀλύμπιων» δὲν λαμβάνουν ὑπόψη.

Προτείνουν νέα ἤθη ποὺ κάποτε οἱ ἔνδοξοι πρόγονοί τους τὰ πέταξαν στὸ καλάθι τῶν ἀχρήστων.
Πρόκειται γιὰ μία νέα πρόταση, τὸ ἀντίπαλο δέος αὐτοῦ ποὺ κομίζει ἡ Ὀρθοδοξία.

Γνωρίζω, ὅτι κινδυνεύω νὰ ὑποστῶ τὴ βάσανο δυσμενῶν χαρακτηρισμῶν ἀπὸ κάποιους (φανατικὸς χριστιανός, ρατσιστὴς κ.α.).
Εἰδικὰ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ κακοποιεῖται ἡ ἔννοια τῶν λέξεων.

(Ποὺ χάριν τῆς «ἀγάπης» ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησιές, ἀπομάκρυναν τὸν Ἕλληνα ἀπ᾿ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, ἀπομάκρυναν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν μεταξὺ τους κοινωνία, μᾶς ἔκαναν πιὸ ἀπάνθρωπους. Περιόρισαν τὴν ἐλευθερία ἴσως καὶ τὴν ἐλεύθερη ἔκφραση. Δὲν ἐπιτρέπεται πολλὲς φορὲς νὰ διατυπώσεις γνώμη ἀντίθετη ἀπ᾿ αὐτὴ τῆς καθεστηκυίας τάξεως ἢ ἀπ᾿ αὐτὴ τοῦ συρμοῦ.)

Μιὰ νέα πρόταση, μὲ τελετὲς θρησκευτικὲς μὲ σπονδὲς καὶ ἀνίερες πορεῖες στοὺς πρόποδες τοῦ Ὀλύμπου, μὲ σπόνσορες δημάρχους καὶ κοινοτάρχες.

Μὲ τὸν ὅρο σπονδή, ἐννοεῖται εἶδος θυσίας στὴν ἀρχαία λατρεία. Στὶς σπονδὲς συγκαταλέγονται ὅλες οἱ προσφορὲς πρὸς τοὺς Θεοὺς μὲ ἔκχυση ἐπάνω στὸν βωμὸ διαφόρων θρεπτικῶν ἢ πολυτίμων ὑγρῶν, ὅπως ἀρώματα, κρασί, μέλι, γάλα, λάδι, χυμοὺς φρούτων, κ.ἄ.

Αὐτοὶ οἱ «πατριῶτες» χαρακτηρίζουν ὡς μύθευμα τὴν πίστη μας. Τὸν Χριστό.

Ἀναφέρουν καὶ ἄλλα φληναφήματα στὰ ἱστολόγιά τους, ὄντας πρόχειροι καὶ μὴ μελετημένοι, μπερδεύοντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση μὲ τὸ Διαφωτισμὸ καὶ μὲ γραφικοὺς τηλεπωλητὲς βιβλίων.

Τὰ βάζουν ὅλα στὸ μίξερ, καταργῶντας ἀκόμα καὶ τὴν ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ προβάλλουν τὶς δικές τους πλάνες περὶ θεοτήτων τῆς ἀρχαιότητας:

ΘΕΑ ΘΕΜΙΔΑ
«ὥστε νὰ ἐπέλθει στὶς κοινωνίες τῶν ἐθνῶν ἡ πνευματικὴ ἀφύπνιση γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἔδαφος, στὸ ὁποῖο θὰ μπορέσει νὰ ξαναζήσει ἡ Θεᾶ ΘΕΜΙΔΑ μὲ τὰ ὑπέρλαμπρα παιδιά της, τὴν Ἀρετή, τὴν Ἀνδρεία καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴ ζωὴ τοῦ πλανήτη Γῆ.» (ἀπόσπασμα ἀπ᾿ τὸ ἱστολόγιο τῆς ὁμάδας Ε)

ΘΕΟΓΝΙΣ
«Οὐδὲν ἄρ' ἦν φίλτερον ἄλλο πατρίς.» (Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἀγαπημένο ἀπὸ τὴν πατρίδα.- Θέογνις-6ος αἰ. π.Χ.)
Ἀποτελεῖ ἀγάπη γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ ἰδεῶδες ἡ ἐπιστροφὴ στὴν εἰδωλολατρία;

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ
Τί θὰ λέγανε οἱ ἀδιάβαστοι ὀπαδοὶ τοῦ δωδεκάθεου στὸν Ξενοφάνη τὸν Κολοφώνιο ποὺ τόλμησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν κρατοῦσα εἰδωλολατρικὴ θρησκεία τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ διακηρύξει ἐπίσημα: «Εἵς Θεός, ἕν τε θεοίσι καί ἀνθρώποισι μέγιστος οὔτε δέμας θνητοίσι ὅμοιος οὐδὲ νόημα». Τοὺς θεοὺς θεωροῦσε ἐξ ὁλοκλήρου ἀποκυήματα τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, ἀνάρμοστα γιὰ τὴ θεία φύση. Ὑποστήριζε μάλιστα πὼς ὅσοι πιστεύουν ὅτι οἱ θεοὶ γεννήθηκαν, ἀσεβοῦν τὸ ἴδιο μὲ ὅσους λένε πὼς οἱ θεοὶ πεθαίνουν,

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
στὸν Ἡράκλειτο ποὺ ἐπιζητοῦσε «ἐξαγνισμὸν ἀπὸ τὰ εἴδωλα» καὶ πνευματική λατρεία τοῦ θείου. Ποὺ συνέλαβε τὴν ἔννοια του ἑνὸς Θεοῦ ὑποστηρίζοντας πὼς « Ἕν πάντα... ἐκ πάντων ἕν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα...ταυτὸ τε ζῶν καί τεθνηκὸς καί ἐγρήγορος καὶ καθεῦδον καὶ νέον καὶ γηραιόν... ἀγαθὸν καὶ κακόν -ἕν καί ταυτόν-»,
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
στὸν Ἀναξίμανδρο ποὺ ἀποφάνθηκε πὼς τὸ θεῖον εἶναι «ἀθάνατον καί ἀνόλεθρον», «περιέχει δὲ ἅπαντα καὶ πάντα κυβερνᾶ»,

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ
στὸν Ἐμπεδοκλῆ ποὺ καταδίκασε ἔντονα τὸν ἀνθρωπομορφισμὸ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας καὶ ὅρισε ὅτι τὸ θεῖον εἶναι πνεῦμα,

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
στὸν Παρμενίδη ποὺ ἀρνήθηκε μετὰ βδελυγμίας τὶς ἀπαράδεκτες ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς του γιὰ τὸ θεῖο καὶ ἀποφάνθηκε πὼς αὐτὸ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε φυσικὸ φαινόμενο καὶ ἀνθρώπινη σύλληψη. Τὸ θεῖον εἶναι «ἀτεμές» καὶ «ἀκίνητον»,

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ
στὸν Ἀναξαγόρα ποὺ ἀπεφάνθη ὅτι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια, δὲν εἶναι θεοί, ὅπως πρέσβευε ἡ εἰδωλολατρικὴ θρησκεία καὶ ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε λατρεία γι᾿ αὐτά, ἀλλὰ πύρινες μᾶζες. Τὸ ἴδιο εἶχαν ὑποστηρίξει καὶ ὁ Ἀναξίμανδρος, ὁ Ἀναξιμένης, ὁ Θαλῆς, ὁ Λεύκιππος, ὁ Δημόκριτος,


          ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ                             ΘΑΛΗΣ                              ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ                      ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ

στὸν Μητρόδωρο, μαθητῆ τοῦ Ἀναξαγόρα, ποὺ διακήρυξε πὼς «οἱ θεοὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ποὺ νόμιζαν ὅσοι τοὺς ἔχτιζαν ναοὺς καὶ τοὺς προσκυνοῦσαν», στὸν Πρωταγόρα ποὺ θεμελίωσε τὴν ἔννοια τῆς ἀπόλυτης ὑπερβατικότητας τοῦ θείου καὶ σατύρησε τὴν παιδαριώδη θρησκευτικότητα τῆς ἐποχῆς του, γι᾿ αὐτὸ οἱ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες ἀποφάσισαν νὰ τὸν σκοτώσουν, στὸν Ἡρόδοτο ποὺ δὲν δίστασε νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν γιὰ ψεύτικους χρησμούς,

       ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΣ              ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ                  ΗΡΟΔΟΤΟΣ

   ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ       ΕΠΙΜΑΡΧΟΣ
στὸν Ἀριστόδημο καὶ τὸ Δημοσθένη ποὺ περιγελοῦσαν ἐπίσης τὶς ἀνόητες μαντεῖες τοῦ Δελφικοῦ μαντείου, στὸν Ἐπίχαρμο ποὺ ἐπίσης λοιδοροῦσε τὴν ἀρχαία εἰδωλολατρεία, διότι αὐτὴ θεωροῦσε «τοὺς θεοὺς ἀνέμους, ὕδωρ, γῆν, ἥλιον, πύρ, ἀστέρες»

ΠΙΝΔΑΡΟΣ         ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ
στὸν Πίνδαρο ποὺ στὰ περίφημα ποιήματά του ἀπογύμνωσε τοὺς θεοὺς ἀπὸ τὶς μυθολογικὲς γελοιότητες ποὺ προσβάλουν τὸ θεῖο καὶ δὲν ἔκρυβε τὶς μονοθεΐζουσες ἰδέες του, στὸν Πρόδικο ποὺ ὑποστήριξε μὲ πάθος πὼς οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀρχαιότητας, λόγῳ πλάνης, θεωροῦσαν ὡς θεοὺς ὅ,τι ἦταν χρήσιμο γιὰ τὴ ζωή τους, ὅπως ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, τὰ ποτάμια οἱ πηγές, τὰ ζῶα, κ.λπ. στὸν Ἀντισθένη ποὺ διακήρυξε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας καὶ ἀπόλυτα ὑπερβατικὸς γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Ἀποκήρυξε τὴν θρησκεία τῆς ἐποχῆς του γιατί οἱ θεοί της ἦταν θεοποιηθέντες ἄνθρωποι,

στὸν μέγιστο Σωκράτη ποὺ ὑπῆρξε σαφῶς μονοθεϊστὴς καὶ στοὺς μαθητές του δίδασκε διαφορετικὴ θρησκευτικὴ πίστη, γι᾿ αὐτὸ καταδικάστηκε σὲ θάνατο ὡς «ἕτερα καινὰ δαιμόνια εἰσφέρων», στὸν Ἀριστοτέλη ποὺ ὅρισε τὸ θεῖον ὡς «τὸ πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», ὡς «Νόησιν Νοήσεως» καὶ ὡς «Ζῶον ἀΐδιον ἄριστον» ὁρίζοντας ἔτσι τὴν πίστη του σὲ μία ὑπερβατικὴ ἀρχή,

ΣΩΚΡΑΤΗΣ                               ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΕΥΗΜΕΡΟΣ Ο ΜΕΣΣΗΝΙΟΣ
στὸν Εὐήμερο τὸ Μεσσήνιο ὁ ὁποῖος διατύπωσε τὴ θεωρία ἡ ὁποία ἔγινε τελικὰ εὐρέως ἀποδεκτή, πὼς οἱ θεοὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας ἦταν κάποιοι ἐπιφανεῖς ἄνθρωποι τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι λόγῳ ἀμάθειας θεοποίησαν,

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ
στὸν Ἐπίκτητο ποὺ εἶπε «Σὺ (ἄνθρωπε) ἀπόσπασμα εἶ Θεοῦ· ἔχεις τι ἐν σεαυτῷ μέρος Ἐκείνου. Τί οὖν ἀγνοεῖς σου τὴν συγγένειαν;»

(Τελειωμὸ δὲν ἔχουν οἱ σοφοὶ)

Στὸν μέγα ἀρχιστράτηγο τῆς Ἑλληνικῆς ἐπανάστασης Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ποὺ εἶπε ὅτι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος»;

Ὁ τελευταῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν ἀρχαῖος Ἕλληνας. Ἦταν ὅμως ΕΛΛΗΝΑΣ. Φοροῦσε καὶ τὴν περικεφαλαία. 


Ἐὰν αὐτὸς δὲν ὑπῆρχε καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅμοιοί του ἥρωες, κάθε μοντέρνος νεοπαγανιστὴς θὰ ἦταν σήμερα γιουσουφάκι μὲ τούρκικο φέσι, καπνίζοντας ναργιλέ.

Πὼς τιμᾶτε ἐσεῖς οἱ εἰδωλολάτρες τὴν πολύπαθη σημαία μας; Τὴν γαλανόλευκη;

Δὲν γνωρίζατε ὅτι φέρει Σταυρό;

Ποὺ συνοψίζει τὴν ἔνδοξη ἱστορία τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴν πίστη στὸ Χριστό, συμβολίζει τὴν πολύπαθη πατρίδα μας, ποὺ σφυρηλατήθηκε μέσα στοὺς αἰῶνες, στὸ ἀμόνι τῆς ἱστορίας, μέσα ἀπ᾿ τοὺς πολέμους ἀνεξαρτησίας, τὶς ἐπαναστάσεις, τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐθνομαρτύρων τῆς ἐλευθερίας;


Ἡ Σημαία αὐτή, ποὺ κυμάτισε στὰ πέλαγα τῆς πατρίδας καταδιώκοντας τὸν Τοῦρκο. Ποὺ ἀναρριχήθηκε στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου γράφοντας λαμπρὴ ἱστορία στὸ Ἀλβανικὸ ἔπος;

Ποὺ ἀνέμισε στὶς κορβέτες, τὰ ἱστιοφόρα καὶ τὰ μπρίκια τοῦ 1821, μὲς στὰ μανιασμένα νερὰ τοῦ Αἰγαίου, στὰ ἅγια χώματα τῆς Μακεδονίας, καταδιώκοντας Ἰταλό, Τοῦρκο, Βούλγαρο, τὸν κάθε ἐχθρό;

Σχισμένη πολλὲς φορές, κουρελιασμένη, λασπωμένη ἢ τρύπια ἀπ᾿ τὰ βόλια τοῦ ἐχθροῦ, μὰ πάντα περήφανη, ἀγέρωχη ἔδινε τὸ ρυθμὸ στὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων κάθε ἐποχῆς.
Ποὺ πολλαπλῶς παραδόθηκε στὶς φλόγες ἀνίερων καὶ μιαρῶν, ἀλιτήριων κουκουλοφόρων, στὸ Σύνταγμα, στὰ Ἐξάρχεια κι ἀλλοῦ.
Αὐτὴ ἡ σημαία μὲ τὸν βαρύτιμο Σταυρὸ πάλι προσβάλλεται.

Ὄχι, δὲν παραβιάζω τὴν προσωπικὴ καὶ δὴ θρησκευτικὴ ἐλευθερία κανενὸς ἀνθρώπου.
Εἶναι λυπηρὸ ὅμως, ποὺ στὴν πολύπαθη Ἑλλάδα μας καὶ δὴ τὴ Μακεδονία μας, ἐδῶ ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος φύτεψε τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ὑπάρχουν ναοὶ νεοπαγανιστικοὶ ποὺ ὑπηρετοῦν σκοτεινὰ ἰδεώδη.


Δὲν ἔφτανε ὁ Δίας καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ὀλύμπιοι, ἀλλὰ κι ὁ μέγας πρεσβευτὴς τοῦ Ἑλληνισμοῦ Ἀλέξανδρος τὴν πλήρωσε ἀκριβά.
Δὲν λέω, μπορεῖ νὰ τὸν διακατεῖχε συχνὰ ἡ ἔπαρση καὶ ἡ φιλαυτία πιθανόν.
Σὲ κάποιο συμπόσιο (μᾶλλον τὸν χειμῶνα του 328-327 π.Χ.) ὁ Ἀλέξανδρος συμφώνησε μὲ τὶς κολακεῖες τῶν ἐπιφανῶν Μήδων - Περσῶν καὶ τῶν διαφόρων Ἑλλήνων αὐλοκολάκων νὰ τὸν προσκυνοῦν. 

ΑΝΑΞΑΡΧΟΣ
Ὁ ἀπερίγραπτος Ἀνάξαρχος ἐπιχειρηματολόγησε ὅτι ἦταν δικαιότερο νὰ θεωρεῖται θεὸς ὁ Ἀλέξανδρος παρὰ ὁ Διόνυσος καὶ ὁ Ἡρακλῆς καὶ ὅτι ἦταν σωστὸ νὰ τοῦ ἀποδίδουν οἱ Μακεδόνες θεϊκὲς τιμές. Ἀκόμη, ἦταν ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἔπρατταν μετὰ τὸ θάνατό του, γι᾿ αὐτὸ πρότεινε νὰ τὶς ἀποδίδουν στὸν Ἀλέξανδρο ἐν ζωῇ, ὥστε νὰ τὶς ἀπολαμβάνει.
Οἱ αὐλοκόλακες χάρηκαν μὲ τὴ φιλοσοφικὴ τεκμηρίωση, ποὺ τοὺς προσέφερε ὁ Ἀνάξαρχος καὶ θέλησαν νὰ ἀρχίσουν ἀμέσως τὴν προσκύνηση. 

Τότε παρενέβη ὁ Καλλισθένης (ὁ ἐπίσημος ἱστοριογράφος γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ ἡμερολογίου ἐκστρατείας τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλη) καὶ ἀπευθυνόμενος στὸν Ἀνάξαρχο, θύμισε σὲ ὅλους ὅτι ὑπῆρχε μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς τιμές, ποὺ προβλέπονταν γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ σ᾿ ἐκεῖνες ποὺ προβλέπονταν γιὰ τοὺς ἥρωες καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τοὺς θεοὺς προβλέπονταν οἱ ὕμνοι καὶ ἡ προσκύνηση, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ἔπαινοι καὶ ὁ ἀσπασμός. Οἱ θεοὶ θὰ ὀργίζονταν μὲ τὸν Ἀλέξανδρο, ἂν ἀποδεχόταν θεϊκὲς τιμές, ὅπως θὰ ὀργιζόταν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, ἂν κάποιος ἰδιώτης ἀποδεχόταν βασιλικὲς τιμές.

Ὁ Καλλισθένης δὲν δίστασε νὰ στραφεῖ εὐθέως στὸν Ἀλέξανδρο καὶ νὰ τοῦ τονίσει ὅτι, ἂν ἐπέμενε στὴν ἐν ζωῇ ἀποθέωσή του, θὰ ἀτίμαζε τοὺς Μακεδόνες στὰ μάτια των ἄλλων Ἑλλήνων.
Ἔτσι καὶ οἱ νεοπαγανιστὲς ἀτιμάζουν τὸν Μακεδονικὸ πολιτισμό, τὸ ἀρχαιοελληνικὸ πνεῦμα, τοὺς ἥρωες του 1821, τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνα, τῆς ἐποποιίας τοῦ '40.
Μπερδεμένοι σὲ μιὰ νόθα φιλοπατρία, μὲ ἀσπίδες, χλαμίδες καὶ σπαθιὰ ἀποκριάτικα, νομίζουν ὅτι τιμοῦν ἔτσι τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ἱστορία μας.

Ἡ ὁποία μᾶς προετοίμασε μέσῳ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σοφίας, γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν Ἑλλήνων καὶ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.
Kλείνω μὲ ἕνα ἀπόσπασμα μιᾶς προσευχῆς, ποὺ συνιστῶ σὲ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες:

«Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω, τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω· ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου· ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.»

(Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης : ΔΕΗΣΙΣ -Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν) 
_______________

Ἡ προσθήκη τῶν φωτογραφιῶν
εἶναι τοῦ ἱστολογίου μας
«Πᾶνος»

2 σχόλια:

  1. Πιστεύω ότι ο Κύριος ίσως για αυτό να τον πήρε νωρίς από τον μάταιο τούτο κόσμο. Οι αντιδράσεις στον αρχαίο κόσμο ήταν διαφορετικές σχετικά με την αυτοανακήρυξη του Αλεξάνδρου ως θεού.
    Οι Αθηναίοι φοβήθηκαν ότι ο Αλέξανδρος θα έστελνε ένα άγημα και έτσι τον έκαναν Διόνυσο.
    Οι Σπαρτιάτες είπαν ότι αφού θέλει να γίνει θεός ας γίνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αδερφέ μου Αριστείδη βάζεις συνέχεια το μαχαίρι στο κόκκαλο.

    Ότι ακριβώς συνέβη στους προγόνους μας, προ Χριστού.
    Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και σε μας σήμερα, μετά Χριστόν.

    Ας μιλήσω για τους αρχαίους που μας είπες, προ Χριστού.

    Τον 5ο αιώνα π.Χ. υπήρξε ο χρυσός αιώνας του Περικλέους. Τον αιώνα εκείνο χτίστηκε ο Παρθενώνας. Και ο γλύπτης Φειδίας ήταν αυτός που τον διακόσμησε.
    (ΠΑΡΘΕΝΏΝΑΣ), αφιερωμένος στην θεά Αθήνα (παρθένο).
    Τα αγάλματα ως τότε ήταν ευπρεπέστατα ντυμένα. Πραγματικά έργα τέχνης. Με το που τελείωσε ο χρυσός αιώνας του Περικλέους ήρθε και ο θάνατος του Σωκράτη.
    Και από κει και πέρα ξεκινάει σιγά-σιγά η κατρακύλα.
    Μέχρι το σημείο που φτάσανε, να φτιάχνουν τα αγάλματα τελείως γυμνά.
    Και όταν η αποστασία έφτασε στο αποκορύφωμα της, τότε ήρθε και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως Βρέφος στην γη, για την Σωτηρία μας.

    Ας έρθω και στο σήμερα.
    Μετά τον χρυσό αιώνα του 1821 και του 40.
    Άρχισε να έρχεται σιγά-σιγά η κατρακύλα, που στις μέρες μας έχει πάρει τέτοια φορά, που φαινομενικά είναι αδύνατον να σταματήσει.
    Τότε η κατρακύλα ξεγύμνωσε τα αγάλματα, και τώρα η κατρακύλα ξεγυμνώνει τις γυναίκες. (Η λέξη Παρθενώνας είναι άγνωστη).

    Και έρχονται σήμερα κάποιοι ξεφτιλισμένοι, να μας ξαναφέρουν την ξεφτίλα. Και να γίνουμε νέα Σόδομα και Γόμορρα.
    Να καταντήσουμε, όπως κατάντησαν οι πρόγονοί μας, μετά τον χρυσό αιώνα του Περικλέους.
    Και όταν φτάσει πάλι η αποστασία στο αποκορύφωμα της, τότε θα ξαναέρθει από τον ουρανό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.
    Αυτή τη φορά όχι για να μας σώσει, αλλά για να μας κρίνει ως Αδέκαστος Κριτής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή