Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

Δημήτρης Νατσιός: Ἐμεῖς δέν ὑπογράψαμε. Συνεχίζουμε νά συνορεύουμε μέ τά Σκόπια

 
 
Ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ βιβλίο Γεωγραφίας τῆς Ε' Δημοτικοῦ, τάξη στὴν ὁποία φέτος εἶμαι δάσκαλος. Τὸ ἐγχειρίδιο τιτλοφορεῖται «Γεωγραφία» καὶ ὑπότιτλος «Μαθαίνω τὴν Ἑλλάδα». (Τὸ σωστότερο θὰ ἦταν «Μαθαίνω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα», ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ψιλὰ γράμματα γιὰ τοὺς συγγραφεῖς του). Τὸ βιβλίο ἐπανεκδόθηκε τὸ 2020. Ὅμως τὴν φετινὴ σχολικὴ χρονιά, μᾶς ἦρθε πολὺ διαφορετικό, ἀγνώριστο, μασκαρεμένο. 
 
Περιέχει μιὰ «καινοτομία», μιὰ λεπτομέρεια ποὺ ὅσοι παραμένουν ἀκόμη Ἕλληνες, διατηροῦν ἄγρυπνη τὴν ἰθαγένεια καὶ ἔχουν ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους, αἰσθάνονται θλίψη, ὀδύνη καὶ σπαραγμό. Πολὺ περισσότερο ὅσοι δάσκαλοι ἀντικρύζουμε τὴν μαγαρισιά, τὴν μεγαλύτερη προδοσία ἀπὸ καταβολῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. 
 
Σὲ ὅλους τοὺς χάρτες τῆς πατρίδας μας- 20 περίπου- ποὺ φιλοξενοῦνται στὸ «σχολικὸ βιβλίο», τὰ Σκόπια πλέον ὀνομάζονται «Βόρεια Μακεδονία». Νὰ καμαρώνει, γιὰ παράδειγμα,  στὴν σελίδα 112, χάρτης μὲ τὰ γεωγραφικὰ διαμερίσματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ «καπνίζουν τὰ μάτια σου» ἀπὸ ὀργή, νὰ ματώνει ἡ καρδιά σου, βλέποντας πάνω ἀπὸ τὴν Μακεδονία μας,  «νὰ καμαρώνει» τὸ βδέλυγμα τῆς ἱστορίας: «Βόρεια Μακεδονία».
 

Εἶναι ἕνας ἄλλος ξεριζωμός. Διαφορετικός, ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἐπώδυνος καὶ ἐγκληματικός. Ἕνα σιωπηλὸ ξερίζωμα. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ χάρτης τῆς πατρίδας μας. Ὄχι. Εἶναι τὸ χαρτὶ τῆς προδοσίας καὶ τῆς ἀνικανότητας τῆς συφοριασμένης πολιτικῆς κάστας, ποὺ λυμαίνεται τὸν τόπο μας ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Ὁ χάρτης αὐτὸς δὲν ἀπεικονίζει τὴν Ἑλλάδα, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσαν μὲ τῆς καρδιᾶς τους τὸ πύρωμα καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, οἱ ἄχραντες σκιὲς τῶν προγόνων μας. Ὁ χάρτης περιγράφει καὶ ἀποτυπώνει τὴν πλήρη πανωλεθρία τῶν πολιτικῶν καὶ τὴν κατάπτωση τῆς πατρίδας. Ὄχι τὸ πέσιμό της, ἀλλὰ τὸν ξεπεσμό της. 
 
Ἀχνίζει ἀκόμη τὸ αἷμα τῶν Μακεδονομάχων, ἀπὸ τὸν γέρο Ὄλυμπο ὡς τὸ Μπέλλες, καὶ ἀκούγεται ὁ ἀντρειωμένος ψίθυρος, ἡ φωνὴ τῆς Παύλαινας, τῆς Ναταλίας Παύλου Μελά, ποὺ ὅταν τὴν ρώτησαν, ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ πάρει τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀετοῦ τῆς Μακεδονίας στὴν Ἀθήνα, εἶπε ἀγέρωχα: «Ὄχι. Ὁ ἄντρας μου θυσιάστηκε γιὰ τὴν Μακεδονία. Ἐδῶ σκοτώθηκε καὶ τούτη ἡ γῆ, ἂς κρατήσει τὰ ὀστᾶ του σὰν ἀρραβῶνα μυστικὸ καὶ ἅγιο μὲ τὴν λευτεριά». Δὲν ἤθελε νὰ πᾶνε τὰ ἡρωικὰ λείψανα στὴν Ἀθήνα, «τὴν πόλη τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν» (Παπαδιαμάντης). 
 

Τὰ ὀστᾶ τοῦ Παύλου «καρτεροῦν» στὸ μνῆμα τους, γιὰ νὰ ἐλέγχουν τοὺς προδότες καὶ νὰ ὑπενθυμίζουν σὲ ὅλους μας ὅτι «ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ ξεπουληθεῖ μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς».

Καὶ ἡ πρώτη ἀντίσταση στὴν προδοσία νὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες. Μέχρι πέρυσι οἱ δάσκαλοι διδάσκαμε μία Μακεδονία. Τὴν ξακουστὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου χώρα. Τώρα πῶς δάσκαλοι μὲ στοιχειώδη πνευματικὴ καὶ παιδαγωγικὴ ἐντιμότητα, θὰ σταθοῦν μπροστὰ στοὺς μαθητές τους καὶ θὰ ὑποστηρίξουν τὸ ἀνοσιούργημα; Τί θὰ τοὺς ποῦν; Ὅτι τόσα χρόνια ἔκαναν λάθος. Ὅτι τοὺς ἔλεγαν ψέματα; Ντροπὴ νὰ ντροπιαστοῦμε. Θὰ τοὺς τοξεύουν ἀλύπητα τὰ βλέμματα τῶν μαθητῶν τους. Τὸ βλέμμα τῆς ἱστορίας, τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγέννητων. Ἔχει γραφεῖ πολὺ εὔστοχα πὼς ἡ ἱστορία ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι μιὰ συμφωνία μεταξὺ τῶν νεκρῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀγέννητων. Καὶ ἀφοῦ εἶναι τριμερὴς ἡ συμφωνία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἄλλων δύο μερῶν: τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγέννητων. Κανεὶς δάσκαλος, φιλότιμος καὶ φιλόπατρις, δὲν πρέπει νὰ διδάξει τὴν προδοσία. Καταντᾷ συνένοχος.

Τὸ κατ᾿ ἐμέ, εἶπα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στοὺς μαθητές μου, νὰ σβήσουν τὴν ἀτιμωτικὴ καινοτομία καὶ νὰ γράψουν τὸ πραγματικὸ ὄνομα τῶν κλεπταποδόχων: Σκόπια. «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» λέει κάπου ἡ Ἁγία Γραφή. Τὴν ἴδια ὑπακοὴ ὀφείλουμε καὶ στὴν πατρίδα. Σ᾿ αὐτὴν πειθαρχοῦμε καὶ ὄχι στὰ ἐντάλματα τῆς ἐφήμερης ἀπάτης.

Θυμήθηκα κάτι ἀπὸ τὴν ἱστορία μας. Τὸ 1789 λήγει ὁ ρωσοτουρκικὸς πόλεμος. Ὁ θρυλικὸς Λάμπρος Κατσώνης, ὅταν τοῦ ζητήθηκε ἀπὸ τοὺς Ρώσους νὰ σταματήσει τὶς ἐπιθέσεις, γιατί ὑπογράφτηκε ἀνακωχή, ἀπάντησε ἀγέρωχα. «Ἄν ἡ Αἰκατερίνη ὑπέγραψε εἰρήνη μὲ τοὺς Τούρκους, ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα ἀκόμη τὴν δική μου» καὶ συνέχισε τὸν ἀγῶνα.... 
Ὁ λαός, ὁ πολὺς λαός, δὲν ὑπέγραψε οὔτε στὶς Πρέσπες οὔτε σὲ κανένα κοινοβούλιο τὴν παραχώρηση τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀνόματος. Γι᾿ αὐτὸ θὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγῶνα  μέχρι τελικῆς νίκης.
 
Οἱ Βούλγαροι, τὸν περασμένο Νοέμβριο, ἔκλεισαν τὴν πόρτα τῆς λεγόμενης Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης στὰ Σκόπια. Χλώμιασαν λίγο, μυξοδιαμαρτυρήθηκαν οἱ... Ευρωπαίγοι, δηλαδὴ οἱ Γερμανοὶ καί... ἔσπευσε ὁ Ζάεφ στὴν Ἑλλάδα γιὰ παρηγοριά, στοὺς ἀφοσιωμένους φίλους του:  τὸν πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργούς. 
 
Γελᾶνε οἱ προδότες (τὰ δουλικὰ τῆς Ν.Τ.Π.) μὲ τὰ χἀλια τους
 
Οἱ Βούλγαροι ἀντιστάθηκαν σθεναρῶς, ἑδραζόμενοι καὶ αὐτοὶ πάνω σὲ ψεύδη καὶ παραποιήσεις τῆς ἱστορίας καὶ κέρδισαν. Ἐδῶ, οἱ ἡμέτεροι, σέρνονται ἀπὸ διάλογο σὲ διάλογο, ἐπαφὲς καὶ διαβουλεύσεις καὶ τρέμουμε καὶ ἀγωνιοῦμε τί πάλι θὰ ξεπουλήσουν, τί πλεκτάνες, μυθεύματα καὶ παραχαράξεις ἀπεργάζονται, γιὰ νὰ διατηρήσουν τὸν «χρυσὸ θερισμό», τὴν πολύφερνη ἐξουσία, ὅπως τὴν ὀνόμαζε ὁ Πλούταρχος.

Πότε θὰ καταλάβουμε ὅτι οἱ κατ᾿ εὐφημισμὸν Μεγάλες Δυνάμεις κρίνουν καὶ συναγάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν ἀξία τῶν μικρῶν κρατῶν ὄχι μὲ τὴν ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων καὶ τὸ πνεῦμα ὑποταγῆς τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀποφασιστικότητά τους νὰ ὑπερασπιστοῦν, πάσῃ θυσίᾳ, τὴν ἐθνική τους ἀξιοπρέπεια καὶ ἀκεραιότητα.

Οἱ πολιτικοὶ χρησιμοποιοῦν τὴν τακτικὴ τοῦ «βασιλικοῦ κύνα», ὅπως ὀνομαζόταν ὁ Αρίστιππος ὁ Κυρηναίος. Αὐτὸς ἦταν εὐνοούμενος τοῦ τυράννου τῶν Συρακουσῶν Διονυσίου-γι᾿ αὐτό τον ἀποκαλοῦσαν «βασιλικὸ κύνα», δηλαδὴ σκυλὶ τοῦ βασιλιᾶ. Ζήτησε κάποτε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα ἕνα ρουσφέτι. Καὶ ἐπειδὴ δὲν βρῆκε ἀνταπόκριση ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν θερμοπαρακαλοῦσε. Ἔτσι ἔπραττε πάντα, ὅταν ζητοῦσε κάτι ἀπὸ τὸν ἀφέντη του. Κάποια φορὰ κέρδισε τὴν χαριστικὴ πράξη, μὰ ὅλοι τὸν λοιδοροῦσαν γιὰ τὴν δουλοπρεπῆ συμπεριφορά του. 
 
Καὶ ὁ φιλόσοφος ἀπάντησε: «Οὐκ ἐγὼ αἴτιος ἀλλὰ ὁ Διονύσιος ὁ ἐν τοῖς ποσὶ τὰς ἀκοὰς ἔχων», δηλαδή, δὲν φταίω ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Διονύσιος ποὺ ἔχει τὰ αὐτιά του στὰ πόδια. Κάποτε ποὺ τὸν ἔφτυσε ὁ τύραννος, εἶπε: «Ἐδῶ οἱ ψαρᾶδες γίνονται μούσκεμα γιὰ ἕνα ψάρι, ἐγὼ τί θὰ πάθω ἂν ραντισθῶ λίγο γιὰ κάτι πολὺ μεγαλύτερο». 
 
Εἴμαστε στὴν δεύτερη περίπτωση τοῦ «βασιλικοῦ κύνα». Ἐκλιπαροῦμε γιὰ «ἐπαφές»- τὰ ἴδια γίνονται καὶ στὴν Κύπρο-καὶ εἰσπράττουμε ταπεινώσεις καὶ προδοσίες, ποὺ στὰ πλαίσια τῆς ἐκλογίκευσης, βαφτίζονται ἐθνικὲς ἐπιτυχίες. Ὅσο θὰ μᾶς κυβερνοῦν ἄνθρωποι ποὺ θὰ νομίζουν ὅτι οἱ δῆθεν ἰσχυροὶ ἔχουν τὰ αὐτιὰ στὰ πόδια, θὰ συνεχίζονται οἱ ἀπανωτὲς ἧττες καὶ οἱ συνεχεῖς ἐξευτελισμοί

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς.
«Πᾶνος»

2 σχόλια:

  1. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΤΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΟΥΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΩ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΣΟΦΕΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΦΙΛΤΑΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΜΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΟΥΣΟΥ.

    Ενδεικτικά λόγια επικά του αείμνηστου Στρατηγού Καρούσου, που κατέγραψε ανεξίτηλα η ιστορία της Κύπρου και της Ελλάδας.

    Ο Ταγματάρχης Γεώργιος Καρούσος και ο Λοχαγός Μιλτιάδης Λάσκαρις, είχαν αναλάβει να στελεχώσουν στην Κύπρο την πρώτη Μοίρα Καταδρομών. Απευθυνόμενος στους νεοσύλλεκτους Κύπριους στρατιώτες, το τότε ταγματάρχης Δτής τους είπε….‘‘ Όσοι από σας θα επιλέξετε τις Καταδρομές, θέλω να ξέρετε από τώρα πως κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας σας θα πεινάσετε, θα διψάσετε, θα ταλαιπωρηθείτε, θα χάσετε κάθε επαφή με τους δικούς σας. Θα ξεχάσετε την καλοπέραση και τις εξόδους, αλλά να είστε βέβαιοι πως στο τέλος θα είστε υπερήφανοι λοκατζήδες. Οι λεβέντες της 31 Μοίρας Καταδρομών. Όσοι ενδιαφέρεστε να περάσετε τώρα δεξιά.’’ Και πέρασαν ΟΛΟΙ δεξιά….

    Ο Ταγματάρχης Καρούσος, στην ημερήσια διαταγή του στις 2 Αυγούστου 1964, αναφέρει προφητικά: «Στρατιώτες, χαράξαμε του Εθνικού μας δρόμου το μήκος. Θα τον βαδίσουμε τώρα κι ας στέκει σκληρός. Δεν θα γυρίσουμε πίσω στρατιώτες. Οι Έλληνες ποτέ δεν γυρίζουν. Έλληνες είμαστε κι ενωμένοι σαν Έλληνες θα κερδίσουμε τη ζωή, ξεμολύνοντας τα άγια μας χώματα. Κι αν τύχει στην πορεία μας αυτή να χαθούμε, θεία η Δάφνη, ως Έλληνες θα πεθάνουμε». Το τίμημα της μάχης που θα ακολουθήσει στις 7 Αυγούστου 1964, θα είναι βαρύ.

    Η Μοίρα, χάνει τρία παλικάρια της. Στην ημερήσια διαταγή του Διοικητή στις 10 Αυγούστου 1964, αναφέρεται: «Διαγράφονται σήμερα της δυνάμεως της Μονάδας, οι πεσόντες επί του υψώματος Λωρόβουνου της Τηλλυρίας Κύπρου, κάτωθι Αξιωματικοί και οπλίτες: Υπολοχαγός Παπαγεωργίου Νικόλαος Διοικητής του 33ου Λόχου Ορεινών Καταδρομών. Στρατιώτης Απλητσιώτης Γεώργιος. Διαβιβαστής καταδρομών του τμήματος υποστηρίξεως. Στρατιώτης Κουσουλίδης Μιχάλης. Οπλοπολυβολητής του 33ου Λόχου Ορεινών Καταδρομών. Νεκροί της Μονάδας μας. Σβήσατε θεληματικά την πνοή σας στο άνθισμα μιας πανέμορφης νιότης, προσφέροντας στο βωμό της πατρίδας μας τη ζωή σας. Δεν έχετε εσείς την ανάγκη των λόγων μας και ούτε προσμένετε κλάματα. Όμως εμείς, θαμπωμένοι από το μεγαλείο και εκστατικοί μπροστά στο τόλμημα, παίρνουμε θάρρος, για να μιλήσουμε πρόσημα στον καθένα σας και να προσφέρουμε ένα φόρο τιμής στις παραδεισένιες ψυχές σας».

    Την ίδια μέρα αποστέλλει γράμμα «ΤΗΛΛΥΡΙΑ-ΚΥΠΡΟΥ 10.8.64.

    «Σεβαστή μας, πονεμένη Μητέρα», απευθυνόμενος στις μητέρες των πεσόντων στις μάχες. Την μάνα του κάθε ηρωικά αγωνιζόμενου νέου στην Τηλλυρία που έχασαν τα παιδιά τους. Στην επιστολή αυτή αναφέρει: «Ο Διοικητής, οι Αξιωματικοί και οπλίτες που προχθές στη μάχη ΚΟΚΚΙΝΑ - ΚΥΠΡΟΥ έχασαν τον γενναίο τους σύντροφο γιο Σας, ανοίγουν την ψυχή τους διάπλατη για να δεχθούν με ευλάβεια τον απέραντο πόνο Σας.

    Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς, Σεβαστή μας Μητέρα. Υπάρχει όμως μια παμμέγιστη περηφανής, ένας θαυμασμός και μια έκσταση, που ποτέ κανείς δεν θα νιώσει, όσο εμείς που ζήσαμε δίπλα στον γιο Σας. Που γνωρίζουμε την λιονταρίσια καρδιά του. Που δεχθήκαμε το τελευταίο υπερκόσμιο χαμόγελο και παρακολουθήσαμε μπρος από τις ανοικτές αγκάλες μας το φτερούγισμα της αγιασμένης ψυχής του στο ξεκίνημα της για το μεγάλο ταξίδι».

    Σαράντα χρόνια μετά, την 1η Αυγούστου 2004, στα αποκαλυπτήρια του μνημείου πεσόντων της μάχης της Τηλλυρίας, ο Στρατηγός Γεώργιος Καρούσος αναφέρει: «Σας βεβαιώνουμε, νεκροί συμπολίτες μας, ότι είμαστε έτοιμοι να λογοδοτήσουμε για τον απρόσφορο θάνατο σας. Έτοιμοι για όλα, όταν σε λίγο εκμετρώντας τον βίο μας, βρεθούμε απέναντι σας. Αλίμονο στους ανέτοιμους που ζουν με τις ψευδαισθήσεις ότι θα αποφύγουν το κολαστήριο της αδέκαστης ιστορίας, που επέρχεται ως καταλύτης και κριτής αδυσώπητος, για όσα έπραξαν εις βάρος αυτών που τους εμπιστεύτηκαν».

    ΑπάντησηΔιαγραφή