Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΤΕΤΑΡΤΗ 9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020

Σύλληψις Ἁγίας Ἄννης

 
Οὐχ ὥσπερ Εὔα καὶ σὺ τίκτεις ἐν λύπαις.
Χαρὰν γὰρ Ἄννα ἔνδον κοιλίας φέρεις.
Τῇ δ' ἐνάτῃ Μαρίην Θεομήτορα σύλλαβεν Ἄννα.

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννης, μητέρας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Κύριος μας, προετοιμάζοντας τὴν ἐπίγεια κατοικία Του, ἔστειλε ἄγγελο στὸ ταπεινὸ ζεῦγος Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα γιὰ νὰ προμηνύσει τὴν γέννηση τῆς Ἁγίας Παρθένου. Ἡ Παρθένος Μαρία γεννήθηκε μὲ θαυματουργὸ τρόπο, σύμφωνα μὲ τὶς χριστιανικὲς παραδόσεις. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Θεὸς χάρισε στὸν Ἰωακεὶμ καὶ στὴν Ἄννα τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, μέσω τῆς ὁποίας ἔμελλε νὰ ἀποκτήσει σάρκα ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Σήμερον τῆς ἀτεκνίας δεσμὰ διαλύονται· τοῦ Ἰωακεὶμ γὰρ καὶ τῆς Ἄννης, εἰσακούων Θεός, παρ’ ἐλπίδα τεκεῖν αὐτούς, σαφῶς ὑπισχνεῖται Θεόπαιδα, ἐξ ἧς αὐτὸς ἐτέχθη ὁ ἀπερίγραπτος,

βροτὸς γεγονώς, δι’ Ἀγγέλου κελεύσας βοῆσαι αὐτῇ· χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Βουλῇ τῇ θεϊκῇ, ἡ θεόκλητος Ἄννα, δεσμῶν στειρωτικῶν, λυτρωθεῖσα ἐν γήρᾳ, ἀξίως συνέλαβε, τὴν τὸν Λόγον κυήσασαν· ἣν θεώμενος, Ἰωακεὶμ ὁ θεόφρων, ἀνεβόησε· Τὶς ἀνυμνήσει Οἰκτιρμόν, βυθὸν τῆς προνοίας σου;

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἑορτάζει σήμερον, ἡ οἰκουμένη, τὴν τῆς Ἄννης σύλληψιν, γεγενημένην ἐκ Θεοῦ· καὶ γὰρ αὐτὴ ἀπεκύησε, τὴν ὑπὲρ λόγον τὸν Λόγον κυήσασαν.



Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὴν θεοχάλκευτον λυχνίαν καὶ ἑπτάφωτον

Τῇ θεϊκῇ ἐπαγγελίᾳ ἐκομίσασθε

Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννα μετ’ εὐφροσύνης.

Ἀλλ’ ὡς θεῖοι τοῦ Παντάνακτος Προπάτορες

Ἀπὸ πάσης ἡμᾶς ῥύσασθε κακώσεως
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ζεῦγος θεόλεκτον.

Μεγαλυνάριον.
Σήμερον ἡ Ἄννα ἡ εὐκλεής, φύσεως τοῖς νόμοις, συλλαμβάνει θείᾳ βουλῇ, τὴν τὸν Θεὸν Λόγον, ὑπερφυῶς τεκοῦσαν· τὴν σύλληψιν οὖν ταύτης φαιδρῶς αἰνέσωμεν. 


Ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Προφήτιδα Μητέρα τοῦ Προφήτη Σαμουήλ

 
Τὶ σοι ἐπαινέσειεν, Ἄννα, τις πλέον;
Τὸ καρτερόφρον ἢ τὸ τῆς εὐτεκνίας; 

Ἦταν στείρα γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ βυθίστηκε σὲ μεγάλη θλίψη. Ἡ ψυχή της ποθοῦσε νὰ σφίξει στὴν ἀγκαλιά της ἕνα δικό της παιδί. Ἀλλὰ ὁ καιρὸς περνοῦσε καὶ ἡ στείρωση παρέμενε. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως ἡ Ἄννα, ποὺ ἦταν σύζυγος τοῦ Ἐλκανᾶ, γιοῦ τοῦ Ἱερεμεήλ, ἀπὸ τὴν Ἀρμαθαίμ, εἶχε συνεχὴ ἐλπίδα στὸν Θεό. Καὶ κάθε χρόνο, ἀνέβαινε στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου στὴν Σηλῶ καὶ προσευχόταν μὲ δάκρυα καὶ νηστεῖες. Ὁ καλός της σύζυγος Ἐλκανᾶ, προσπαθοῦσε νὰ τὴν παρηγορήσει, ἀλλὰ ἡ Ἄννα ἦταν ἀπαρηγόρητη καὶ συνεχῶς προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τῆς χαρίσει παιδὶ καὶ αὐτὴ θὰ τὸ ἀφιέρωνε σ’ Αὐτόν.

Ἡ θερμὴ προσευχή της εἰσακούστηκε καὶ ἡ Ἄννα συνέλαβε. Ἔκανε γιὸ καὶ τὸν ὀνόμασε Σαμουήλ. Μετὰ τὴν ἀπογαλάκτιση τοῦ παιδιοῦ, οἱ δυὸ γονεῖς ἀνέβηκαν στὴν Σηλῶ μαζὶ μὲ τὸν Σαμουὴλ καὶ μὲ ὅτι ὅριζε ὁ νόμος σ’ αὐτὲς τὶς περιστάσεις. Ἐκεῖ ἡ εὐσεβὴς Ἄννα ἔφερε τὸ παιδάκι της στὸν ἱερέα Ἠλί, γιὰ νὰ τὸ ἀφιερώσει στὴν ὑπηρεσία τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου. Καὶ γεμάτη χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμὸ εἶπε τὸν ὑπέροχο ὕμνο:

«Ἐστερεώθη καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου, ἐπλατύνθη ἐπ’ ἐχθρούς μου τὸ στόμα μου, εὐφράνθην ἐν σωτηρίᾳ σου».
Μετὰ ἀπ’ αὐτό, ἡ θεία χάρη εὐλόγησε τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσεβὴ ἀφοσίωση τῆς Ἄννας ἀκόμη περισσότερο. Τῆς χάρισε τρεῖς ἀκόμα γιοὺς καὶ δυὸ θυγατέρες. Καὶ πραγματοποιήθηκε ἔτσι ἡ προφητική της ἐνόραση, κατὰ τὴν ὁποία εἶπε: «στείρα ἔτεκεν ἑπτά, καὶ ἡ πολλὴ ἐν τέκνοις ἠσθένησεν». Γιὰ τὴν Ἄννα αὐτή, ὁ Χρυσόστομος ἀφιέρωσε πολλὲς καὶ λαμπρὲς ὁμιλίες.

Ὁ Ἅγιος Σωσίθεος ὁ Μάρτυρας
Σωσίθεον σωθεῖσιν ἐγγράφει λόγος,
Ὑπὲρ Θεοῦ σῴζοντος ἐκτετμημένον.

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ νεολαμπὴς ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ἀντίπα κειμένου

Ἐξήγαγες γῆς τὸν στέφανον καὶ βίου·
Στέφει δὲ δόξης ἐστεφάνωσας Λόγε.

Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔζησε τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ.

Ἀνατράφηκε μὲ εὐσέβεια ἀπὸ τοὺς γονεῖς του Ζαχαρία καὶ Θεοφανῶ καὶ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία θερμότατα, στὰ χρόνια ποὺ βασίλευε ὁ Θεόφιλος ὁ εἰκονομάχος.
Ὅταν ἐπὶ βασιλίσσης Θεοδώρας ἦλθε ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης, ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος χειροτόνησε τὸν Στέφανο πρεσβύτερο καὶ τὸν κατάταξε στὸν κλῆρο τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα τοῦ Ζαχαρία, κληρονόμησε μεγάλη περιουσία, τὴν ὁποία διαμοίρασε σὲ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ ὁ ἴδιος ἀφοσιώθηκε στὶς ὑποχρεώσεις τῆς ἱερῆς διακονίας, φωτίζοντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὴν διδασκαλία του ψυχές.

Κατοικοῦσε δὲ στὴν περιοχὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀντίπα, ὅπου προσέρχονταν πολλοὶ καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς τάξεις, ἑλκυσμένοι ἀπὸ τὴν φήμη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς διδακτικότητάς του.
Ὁ Ὅσιος Στέφανος πέθανε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 73 ἐτῶν, ποὺ ὅλα πέρασαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἅγιος Ναρσὴς ὁ Μάρτυρας ὁ Πέρσης

Πέρσης κάραν σοι, Χριστέ, Ναρσῆς προσφέρει,
Κρεῖττόν γε δῶρον σμυρνοχρυσολιβάνου.

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Μάρτυρας

Πάθους τὸ λεῖπον Ἰσαὰκ Σάρρας τέκνου,
Σφαγεὶς ἀνεπλήρωσεν Ἰσαὰκ νέος.

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Μᾶλλον εἶναι ὁ ἴδιος μ’ αὐτὸν τῆς 22ας Σεπτεμβρίου.

Ἡ Ἁγία Βάσσα 

Πατρικία καὶ ἡγουμένη γυναικείας Μονῆς στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἵδρυσε καὶ τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, ποὺ ἡγούμενός της ὑπῆρξε ὁ ἐπίσκοπος Ἰαμνίης, Στέφανος.

Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο (σελ. 120).

Ἡ Ἁγία Wulhilda (Ἀγγλίδα) 

Η Αγία Γουλχίλντα (Wulhilda) γεννήθηκε μετά το 986 μ.Χ. Αφιερώθηκε στο Θεό από νεαρής ηλικίας και φύλαξε τις υποσχέσεις και τους μοναχικούς όρκους της, παρά τις δυσκολίες και τους πειρασμούς που αντιμετώπισε. Όταν ήταν ακόμη δόκιμη μοναχή απέρριψε τις προτάσεις για γάμο του βασιλιά Edgar ο οποίος την ερωτεύθηκε παράφορα.

Τελικά ο βασιλιάς πείσθηκε να την αφήσει ήσυχη, αφού εκείνη ήταν πλήρως αφιερωμένη στο μοναχικό βίο. Την κατέστησε μάλιστα ο ίδιος ηγουμένη της μονής του Barking και προσέφερε στη μονή σημαντικές εκτάσεις γης. Στην ίδια μονή προσέφερε και η Αγία Γουλχίλντα την πατρική της κληρονομιά.

Η Αγία έζησε με μεγάλη αυστηρότητα και έγινε υπόδειγμα αρετής. Εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. αφήνοντας αγαθή μνήμη. 

Ὁ Ἅγιος Ἐάσιος ὁ Μάρτυρας

Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ μνήμη του βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621 ὡς ἑξῆς:

Ὑπῆρξε ἐπὶ Διοκλητιανοὺ (284 – 304) καὶ καταγγέλθηκε σὰν χριστιανὸς στὸν ἄρχοντα Καλβησιανό. Καὶ ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸν Χριστό, πρῶτα τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα, ἔπειτα τὸν κρέμασαν πάνω σ’ ἕνα ξύλο καὶ τὸν ἔγδαραν μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς κνῆμες καὶ τὸν ἔριξαν στὴν φυλακή.

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν βασάνισαν πάλι σκληρά, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν.Ἡ βιογραφία τοῦ μάρτυρα αὐτοῦ, εἶναι ὅμοια μὲ αὐτὴν τοῦ μάρτυρα Ἐΰπλου († 11 Αὐγούστου) καὶ καθόλου ἀπίθανο ὁ Ἐΰπλους, ἀπὸ ἀπροσεξία, νὰ ἔγινε Ἐάσιος.
 

«Πᾶνος»   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου