Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Κωνσταντῖνος Σωτηρίου (Μέρος 2ον)

 
Τὸ Πρῶτο μέρος ΕΔΩ
 
Στό δω­μά­τιό του ἦ­ταν τό εἰ­κο­νο­στά­σι, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἕ­να κρε­μα­στό καν­τή­λι. Εἶ­χε ἕνα σι­δε­ρέ­νιο κρεβ­βά­τι μέ λε­πτό στρῶ­μα καί μα­ξι­λά­ρι πο­λύ συμ­πα­γές, σκλη­ρό σάν ξύ­λο. Τόν χει­μῶ­να σκε­πα­ζό­ταν μέ μαύ­ρη φλο­κά­τη (τζέρ­γα). Στά­θη­κε ἀδύ­να­τον νά τοῦ τά ἀλ­λά­ξουν. «Για­τί εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό τό μα­ξι­λά­ρι;», ρω­τοῦ­σαν τά παι­διά. «Ἔ!, ἔτσι πρέ­πει», ἀ­παντοῦ­σε. Ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ϊ στό τζά­κι τοῦ ἔ­δει­χνε τήν «πα­λαι­ά» βυ­ζαντι­νή ὥ­ρα. Μέ βά­ση αὐ­τήν ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του, ὅ­πως εἶ­χε συ­νη­θί­σει ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Δέν τήν ἄλ­λα­ζε. «Τό δι­κό σας ρο­λό­ϊ πά­ει μέ τό φράγ­κι­κο», ἔ­λε­γε.

Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν γι­ά με­τά­νοι­ες ἔ­λε­γε: «Τί, νά μήν κά­νου­με σα­ράντα με­τά­νοι­ες τοὐ­λά­χι­στον;». Ἦ­ταν ὁ ἀ­ριθ­μός πού θε­ω­ροῦ­σε σάν ἐ­λα­χι­στό­τα­το καί ἀ­πα­ραί­τη­το γι­ά ὅ­λους. Ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς με­τά­νοι­ές του στρω­τές· ση­κω­νό­ταν ἐ­πά­νω καί στε­κό­ταν λί­γο προ­σευ­χό­με­νος μέ­χρι τήν ἑ­πό­με­νη. Δη­λα­δή τίς ἔ­κα­νε μέ ἀρ­γό ρυθ­μό· ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία. Τό ὅ­τι ὅ­μως ἔ­σκυ­βε νά κά­νη με­τά­νοι­α ἐρ­χό­ταν δεύ­τε­ρο. Τό κυ­ρί­αρ­χο ἦ­ταν ἡ θέρ­μη στήν προ­σευ­χή του, ἡ ἠ­ρε­μί­α του. Ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος σ᾿ αὐ­τό πού ἔ­κα­νε. Δέν ἦ­ταν τυ­πι­κή καί στε­γνή ἡ προ­σευ­χή του, εἶ­χε γλύ­κα καί πο­λύ φό­βο Θε­οῦ.

Με­ρι­κά χρό­νια πρίν ἀ­πό τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τοῦ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆ δι­α­πι­στώ­θη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν ἅγιο Νι­κό­λα­ο.

Ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης Γι­α­πουντζῆς, εἰ­ρη­νο­δί­κης, πα­ρέ­μει­νε κά­ποιο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα στό σπί­τι καί ἔ­γι­νε ἀ­φορ­μή νά ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ ἡ ἔ­κτα­ση πού εἶ­χε ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α του μέ τόν Ἅ­γιο. Τό δω­μά­τιό του ἦ­ταν δί­πλα στό δω­μά­τιο τοῦ παπ­ποῦ˙ τούς χώ­ρι­ζε ἕ­νας τοῖ­χος. Ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή γι᾿ αὐ­τό πού συ­νέ­βαι­νε τή νύ­χτα, ἀλ­λά ἐ­πει­δή τα­λαι­πω­ρή­θη­κε πο­λύ καί θο­ρυ­βή­θη­κε, πα­ρα­πο­νέ­θη­κε στόν γυι­ό τοῦ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆ ὅ­τι δέν μπο­ροῦ­σε νά κοι­μη­θῆ τά βρά­δια ἀ­πό συ­ζη­τή­σεις. «Τό βρά­δυ» εἶ­πε, «ση­κώ­νε­ται ἀ­πό τόν ὕ­πνο του ὁ παπ­ποῦς καί ἀ­κού­γε­ται κα­θα­ρά ὅ­τι μι­λᾶ μέ κά­ποι­ον· κά­ποι­ος τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἐ­σεῖς γνω­ρί­ζε­τε τί γί­νε­ται; Μή­πως στέ­κε­ται κά­ποι­ος ἔ­ξω ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο; Μέ ξυ­πνᾶ καί ἐ­μέ­να ἡ συ­ζή­τη­ση», εἶ­πε, «δέν μπο­ρῶ νά κοι­μη­θῶ καί τό πρωΐ εἶ­μαι χά­λια στήν δου­λειά μου».

Τό­τε ὁ γυι­ός του ζή­τη­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τόν παπ­ποῦ νά μά­θη τί γί­νε­ται, για­τί εἶ­χε στε­νο­χω­ρη­θῆ, ἐ­πει­δή ἐ­τα­λαι­πω­ρεῖ­το ὁ φι­λο­ξε­νού­με­νος. Στήν ἀρ­χή ὁ παπ­ποῦς ξαφ­νι­ά­στη­κε, φο­βή­θη­κε ὅ­τι θά ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ καί δέν μι­λοῦ­σε· θύ­μω­σε μά­λι­στα ἐ­πει­δή ἀ­σχο­λοῦνταν μα­ζί του. Στήν με­γά­λη ὅ­μως πί­ε­ση πού τοῦ ἀ­σκή­θη­κε νά δώ­ση μί­α ἀ­πάντη­ση, ἐ­κεῖ­νος μέ πα­ρά­πο­νο καί δυ­σκο­λί­α εἶ­πε: «Τί νά πῶ… Νά, τό βρά­δυ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί μοῦ μι­λά­ει. Τί νά κά­νω; Βου­βός νά κά­θω­μαι;». Αὐ­τό δέν τό γνώ­ρι­ζαν οἱ δι­κοί του, για­τί τό δω­μά­τιό τους ἦ­ταν πι­ό μα­κρυ­ά, καί ἐ­άν κά­πο­τε κά­τι ἄ­κου­γαν, νό­μι­ζαν ὅ­τι μουρ­μού­ρι­ζε, ἐ­πει­δή προ­σευ­χό­ταν, πρᾶγ­μα πού συ­νέ­βαι­νε. Ἀλ­λά ὁ κ. Ἀ­ρι­στεί­δης ἐ­πέ­με­νε· δέν ἦ­ταν μουρ­μου­ρη­τό προ­σευ­χῆς.

Κά­ποι­α στιγ­μή ἡ νύ­φη του τόν ρώ­τη­σε: «Πῶς εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος;». Ὁ παπ­ποῦς φει­δω­λός μό­νον χα­μο­γέ­λα­σε κα­θώς τόν ἔ­φε­ρε στήν μνή­μη του καί εἶ­πε: «Νά, εἶ­ναι…κοντός, δέν εἶ­ναι ψη­λός ἄν­δρας». Χα­μο­γέ­λα­σε καί στα­μά­τη­σε ἐ­κεῖ τήν συ­ζή­τη­ση.

Στό ἑ­ξῆς, ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε κά­τι πα­ρά­ξε­νο στήν συμ­πε­ρι­φο­ρά του καί ρω­τοῦ­σαν νά μά­θουν τόν λό­γο, λί­γο εὐ­κο­λώ­τε­ρα ἔ­κα­νε ἀ­να­φο­ρά σέ ἐμ­φα­νί­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου ὁ παπ­ποῦς. Με­τά ἀ­πό τέ­τοι­ες συ­ζη­τή­σεις μέ τόν Ἅ­γιο τίς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες, κα­θώς κα­θό­ταν μέ τό κε­φά­λι σκυ­φτό, ἔ­κλαι­γε. Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα τά δά­κρυ­ά του ἔ­πε­φταν στό πά­τω­μα. Θο­ρυ­βή­θη­καν οἱ δι­κοί του καί τόν ρώ­τη­σε ἐ­πί­μο­να ἡ νύ­φη του ἂν πο­νᾶ, ἐ­άν τοῦ ἔ­χουν κά­νει κά­τι πού τόν στε­νο­χώ­ρη­σε, κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήντη­σε: «Δέν πο­νῶ, δέν μοῦ φταί­ει κά­τι, ἐ­γώ τά ἔ­χω ὅ­λα, δέν κλαί­ω γι­ά μέ­να, γι­ά σᾶς κλαί­ω, γι᾿ αὐ­τά…(καί ἔ­δει­ξε τά παι­διά), γι­ά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα κλαί­ω, πού δέν θά δεῖ ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα ἄ­σπρη μέ­ρα».

Ὁ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆς εἶ­χε κά­νει τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α στόν Βό­λο. Ἦ­ταν πο­λύ κα­λός πα­τρι­ώ­της. Συ­χνά ζη­τοῦ­σε ἀ­πό τά ἐγ­γό­νια του νά τοῦ ἀ­παγ­γεί­λουν ποι­ή­μα­τα ἀ­πό Ἐ­θνι­κές Ἑ­ορ­τές, κ᾿ ἐ­κεῖ­νος ἔ­κλαι­γε. Γι­ά τήν κα­τά­στα­ση στήν Κύ­προ πο­λύ στε­νο­χω­ρή­θη­κε, προ­σευ­χή­θη­κε καί ἔ­κλα­ψε. Λυ­πό­ταν τούς Κυ­πρί­ους.

Ὁ γυι­ός του εἶ­χε σχε­διά­σει νά με­τα­κο­μί­σουν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη λί­γα χρό­νια πρίν κοι­μη­θῆ ὁ παπ­ποῦς. Ὅ­ταν ὅ­μως τοῦ τό ἀ­να­κοί­νω­σαν, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος. Τούς εἶ­δε νά ἐ­πι­μέ­νουν καί τό­τε ἀ­πάντη­σε: «Νά ὁ δρό­μος καί τρα­βᾶ­τε». Τρό­μα­ξαν. Πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν τούς μί­λη­σε ἔ­τσι. Νά χω­ρί­σουν; Ἀ­δύ­να­τον. Δέν μπο­ροῦ­σαν νά φαντα­σθοῦν νά ζοῦν χω­ρίς τόν παπ­ποῦ. Γι᾿ αὐ­τό ἀ­μέ­σως ἀ­πε­φά­σι­σαν νά πα­ρα­μεί­νουν. Ἐ­κεῖ­νος δέν ἤ­θε­λε νά ἀ­φή­ση τόν τό­πο του για­τί ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κά πη­γαί­νοντας κα­θη­με­ρι­νά στά χω­ρά­φια, ἀλ­λά οἱ ἄλ­λοι δέν τό εἶ­χαν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει.

Ὅ­ταν κά­ποι­ος στό σπί­τι ἦ­ταν πο­λύ ἄρ­ρω­στος, δέν κα­θό­ταν δί­πλα του μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ἀλ­λά πή­γαι­νε βι­α­στι­κά στό δω­μά­τιό του γι­ά προ­σευ­χή. Ἔ­βγαι­νε πέντε λε­πτά, ρω­τοῦ­σε, ἔ­βλε­πε τήν κα­τά­στα­ση καί δέν χρο­νο­τρι­βοῦ­σε, ἔ­φευ­γε πά­λι βι­α­στι­κά γι­ά προ­σευ­χή. Ἦ­ταν ἡ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη γέ­φυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ πρός τόν Θε­ό. Προ­σευ­χή ἀ­μέ­σως ἔ­κα­νε καί γι­ά τά προ­βλή­μα­τα πού εἶ­χαν τά παι­διά του ἀλ­λά καί γι­ά ὅ­λη τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

Ὁ παπποῦς μυ­στι­κά εἶ­χε τήν μέ­ρι­μνα μιᾶς συγ­χω­ρια­νῆς χή­ρας ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­χε οἰ­κο­νο­μι­κούς πό­ρους. Ἦ­ταν πο­λύ δί­και­ος ἄν­θρω­πος. Στήν δι­α­θή­κη πού ἔ­κα­νε, ἔ­γρα­ψε ὅ­τι ὅ­λα τά κτή­μα­τά του εἶ­χαν λι­γώ­τε­ρα μέ­τρα ἀπ᾿ ὅ,­τι ἦ­ταν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· φο­βό­ταν τό πα­ρα­πά­νω καί δέν ἔ­γρα­φε οὔ­τε τό νό­μι­μο.

Ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τοῦ εἶ­χαν δώ­σει εὐ­λο­γί­α δυ­ό βι­βλί­α: Τό «Ἁ­μαρ­τω­λῶν σω­τη­ρί­α» καί τό «Θη­σαυ­ρός Δα­μα­σκη­νοῦ». Αὐ­τά τά φύ­λα­γε ὡς κό­ρη ὀ­φθαλ­μοῦ. Πάμ­πολ­λες φο­ρές τά βρά­δια ἢ στίς γι­ορ­τές δι­ά­βα­ζε ἡ νύ­φη του (ὁ ἴ­διος δέν μπο­ροῦ­σε ἄ­νε­τα) κ᾿ ἄ­κου­γαν ὅ­λοι. Με­ρι­κές φο­ρές ἦ­ταν καί κά­ποι­ος φί­λος στό σπί­τι ἤ κά­ποι­α γει­τό­νισ­σα καί ἄ­κου­γαν κι αὐ­τοί.

Ἔ­κα­ναν κά­θε πρώ­τη τοῦ μη­νός στό σπί­τι Ἁ­για­σμό· μί­α φο­ρά τόν χρό­νο τό Εὐ­χέ­λαι­ο καί δυ­ό φο­ρές τόν χρό­νο, τό λι­γό­τε­ρο, ἰ­δι­ω­τι­κή θεί­α Λει­τουρ­γί­α στά ἐ­ξωκ­κλή­σια τοῦ χω­ριοῦ μέ τήν σει­ρά· κυ­ρί­ως ὅ­μως στοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί στοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Πο­λύ τίς χαι­ρό­ταν ὁ παπ­ποῦς αὐ­τές τίς θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες καί ἔ­τρε­χε πρῶ­τος, ἐ­νῶ ἔ­κα­ναν πάντα ἀρ­το­κλα­σί­ες στίς ὀ­νο­μα­στι­κές τους ἑ­ορ­τές καί τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου.

Ἦ­ταν ὀ­γδόντα ἑ­νός ἐ­τῶν, ὅ­ταν πῆ­γε στά κτή­μα­τά του γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Μέ τήν ἄ­σκη­ση πού ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω καί μέ τήν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό τό χω­ριό, δέν ἄντε­ξε ἄλ­λο καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν γει­το­νιά του ἐ­πι­στρέ­φοντας τρί­κλι­ζε. Πα­ρε­ξη­γή­θη­κε ἀ­πό τούς γεί­το­νές του πού τόν νό­μι­σαν με­θυ­σμέ­νο. Δέν εἶ­χε με­θύ­σει οὔ­τε τό­τε οὔ­τε ἄλ­λο­τε στήν ζω­ή του. Στό κα­φε­νεῖ­ο δέν πῆ­γε πο­τέ. Ἔ­πι­νε ἕ­να κύ­πε­λο κρα­σί μό­νον στό φα­γη­τό πού τό ἔ­λε­γε «δι­α­κο­νιά»[1]. Ὅ­ταν τοῦ πρό­τει­ναν νά τοῦ βά­λουν ἐ­πι­πλέ­ον δέν τό δε­χό­ταν˙ «ὄ­χι, φτά­νει αὐ­τό», ἔ­λε­γε. Μι­κρή πο­σό­τη­τα ἔ­πι­νε καί τήν ἡ­μέ­ρα πού κοι­νω­νοῦ­σε μό­λις ἐρ­χό­ταν στό σπί­τι «γι­ά νά πά­η κά­τω ἡ θεί­α Κοι­νω­νία», ὅ­πως ἔ­λε­γε.

Με­τά τό πε­ρι­στα­τι­κό πού προ­α­να­φέρ­θη­κε τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σαν νά βγῆ ξα­νά στά χω­ρά­φια. Λυ­πή­θη­κε πο­λύ. Κτυ­πώντας ἐ­λα­φρά τό στῆ­θος του, εἶ­πε: «Ἡ καρ­διά πε­τά­ει, λα­χτα­ρά­ει, θέ­λει νά πά­η παντοῦ, νά τρέ­ξη, ὅ­μως τά πό­δια δέν ἀ­κοῦ­νε», καί ἔ­πια­νε τά πό­δια του.

Πο­τέ δέν εἶ­πε πο­νά­ω. Μό­νον κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα πού τόν εἶ­δαν νά τρί­βη τά χέ­ρια του ρώ­τη­σαν: «Τί ἔ­χεις; Πο­νᾶς στά χέ­ρια;» ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά ἀ­παντή­ση: «Ἔ, ναί, πο­νᾶ­νε. Για­τί νά μήν πο­νᾶ­νε; Γέ­ρα­σαν κι αὐ­τά».

Ὁ Νι­κό­λα­ος, γα­μπρός του στήν μι­κρό­τε­ρη κό­ρη του, εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει βα­ρειά ἀ­πό νε­φρι­κή ἀ­νε­πάρ­κεια. Ἦ­ταν πα­τέ­ρας τεσ­σά­ρων μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Οἱ για­τροί δέν τοῦ ἔ­δω­σαν ἐλ­πί­δες ζω­ῆς. Ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νά τό ποῦν στόν παπ­ποῦ. Πι­κρά­θη­κε για­τί σκε­φτό­ταν τά ὀρ­φα­νά. Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ προ­σευ­χό­ταν κλαί­γοντας καί πα­ρα­κα­λώντας τόν Θε­ό γι­ά τόν ἄρ­ρω­στο. Τά ξη­με­ρώ­μα­τα ἄ­κου­σε τόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­ νά τοῦ λέ­η: «Φτά­νει Κων­σταντῆ, μήν παι­δεύ­ε­σαι ἄλ­λο· τε­τρα­κό­σι­ες με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νες ἕ­ως τώ­ρα. Στα­μά­τη­σε ὅ­μως για­τί ὁ Νι­κό­λα­ος δέν θά ζή­σει. Ἔτσι πρέ­πει νά γί­νη. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Γέ­μι­σε πό­νο καί δά­κρυ­α. Τό πρωΐ δέν βγῆ­κε ἀπό τό δω­μά­τιό του. Τόν ἀ­να­ζή­τη­σαν. Δέν εἶ­χε δι­ά­θε­ση γι­ά τί­πο­τε. Ἦ­ταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νος καί ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς. Ρώ­τη­σαν τί συ­νέ­βη καί ἀ­πάντη­σε: «Ὁ Νῖ­κος θά πε­θά­νει. Μοῦ τό εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος». Ὁ κα­λός Θε­ός ὅ­μως δέν ἐ­πέ­τρε­ψε νά τό ζή­ση, δι­ό­τι ἐ­κοι­μή­θη ἕ­ξι μῆ­νες πρίν ἀ­πό τόν γα­μπρό του.

Ἐ­κεῖ­νο τό δι­ά­στη­μα εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ὅ­λοι νά κά­νουν μαρ­μά­ρι­νους τά­φους γι­ά τούς νε­κρούς. Ὁ παπποῦς εἶ­πε στούς δι­κούς του: «Ἐ­μέ­να δέν μοῦ ἀ­ρέ­σουν αὐ­τά. Ὅ­ταν πε­θά­νω, θά μοῦ κά­νε­τε ἁ­πλό τά­φο μέ κάγ­κε­λα καί ὄ­χι μάρ­μα­ρα».

Μα­κρυ­ά ἀ­πό τά χω­ρά­φια κά­θησε πε­ρί­που ἕ­να χρό­νο. Ἔ­κλει­σε τά 82. Λί­γο πρίν ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να τοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος: «Τώ­ρα πι­ά, Κων­σταντῆ, ν᾿ ἀρ­χί­σης νά ἑ­τοι­μά­ζε­σαι καί νά μήν ξα­να­φᾶς ποτέ ἄλλη φορά κρέ­ας». Ὁ παπποῦς ἐ­νη­μέ­ρω­σε τούς δι­κούς του γι᾿ αὐ­τό.

Τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα τοῦ 1963 ἔ­νι­ω­σε με­γά­λη κα­τα­βο­λή καί δέν βγῆ­κε ἀ­πό τό δω­μά­τιό του. Τό ἴ­διο τήν Με­γά­λη Τρί­τη. Τήν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη ἀ­νη­σύ­χη­σαν. «Κά­τι ξε­κό­βε­ται μέ­σα μου», εἶ­πε. Ζή­τη­σε λί­γο φα­γη­τό. Ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Κά­λε­σαν τόν για­τρό. Δέν βρῆ­κε ὀρ­γα­νι­κά τί­πο­τε τό πα­θο­λο­γι­κό. «Γε­ροντι­κός μα­ρα­σμός», εἶ­πε. Οἱ κτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς του ἦ­ταν λί­γο μει­ω­μέ­νοι. Ὁ για­τρός προ­ε­τοί­μα­σε τούς δι­κούς του λέ­γοντας ὅ­τι σέ δυ­ό–τρεῖς μέ­ρες θά τε­λει­ώ­σει. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος καί προ­σευ­χό­ταν. Τήν Με­γά­λη Πέμ­πτη ρώ­τη­σαν ἐ­άν ἤ­θε­λε νά βά­λουν λί­γο λά­δι στό φα­γη­τό. Ἀρ­νή­θη­κε.

Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή τό πρω­ΐ ζή­τη­σε νά τοῦ δι­α­βά­σουν τήν Πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας. Με­τά τό με­ση­μέ­ρι δέν εἶ­χε ἐ­πα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον. Γυ­ρι­σμέ­νος πρός τόν τοῖ­χο κά­τι ἔ­βλε­πε καί ψι­θύ­ρι­ζε. Τήν ὥ­ρα πού ἔ­ψαλ­λαν τά ἐγ­κώ­μια στήν Ἐκ­κλη­σί­α, γύ­ρω στίς 9 μ.μ., ξε­ψύ­χη­σε, τό ἔ­τος 1963 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν. Μό­λις τε­λεί­ω­σε ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τῆς σω­ροῦ του, κτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να γι­ά τήν ἔ­ξο­δο τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Σέ λί­γο περ­νοῦ­σαν τόν Ἐ­πι­τά­φιο μπρο­στά ἀ­πό τό σπί­τι του. Τό Με­γά­λο Σάβ­βα­το ἔ­γι­νε ἡ κη­δεί­α του.

Οἱ δι­κοί του ἐ­νη­μέ­ρω­σαν τούς πα­τέ­ρες τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κα­ρα­κάλ­λου καί τούς πα­ρε­κά­λε­σαν νά τοῦ κά­νουν σα­ραντα­λεί­τουρ­γο, τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε.

Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη του. Ἀ­μήν.

Ἀπὸ το βιβλίο «Ἀσκητές μέσα στὸν κόσμο A'»

__________________________________

[1]. Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη ἔκ­φρα­ση πού ση­μαί­νει με­ρί­δα.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου